Φρικηλεξικό:χυσαποθήκη

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko χυσαποθήκη, η - (ουσ.) συνθ.
η γυναίκα η οποία πλέον έχει ξεπεράσει προ πολλού τα σεξουαλικά ταμπού και συνουσιάζεται ιδιαίτερα συχνά για τα τοπικά δεδομένα, αποτέλεσμα των πράξεών της είναι η απώλεια σεβασμού από τους άνδρες
σύνθετο εκ του χυσα<χύνω<χέω(α.ε.) + αποθήκη

1. Είδα πριν μέρες την Μαρία παιδιά και έμαθα ότι μετά τον Παύλο έγινε χυσαποθήκη.

Slang Η σελίδα αυτή κατάφερε να μεγαλώσει πίνοντας γάλα και ζουλάροντας υλικό από το slang.gr.
Ευχαριστούμε τους διαχειριστές του slang για την άδεια που μας παραχώρησαν, αφού όμως πρώτα τους εκβιάσαμε και τους δείραμε.