Φρικηλεξικό:φραπέ

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko φραπέ το, (σπαν. ο φραπές) - (ουσ. και επιθ.)
στην αργκό των μπουρδελιάρηδων περιγράφει υπηρεσία κατά την οποία ο μπαργαλάτσος του πελάτη τρομπάρεται παλινδρομικά από την επαγγελματία ίνα παραχθεί το ζητούμενο σπερμώδες γάλα, το τρομπάρισμα γίνεται συνήθως χειρωνακτικά και ενίοτε στο πόδι (βλ. ποδοφραπέ)
ετυμ. φραπέ<ευφραπαίς(α.ε.)<ευφραίνω + παις = η χαρά του παιδιού.

Slang Η σελίδα αυτή κατάφερε να μεγαλώσει πίνοντας γάλα και ζουλάροντας υλικό από το slang.gr.
Ευχαριστούμε τους διαχειριστές του slang για την άδεια που μας παραχώρησαν, αφού όμως πρώτα τους εκβιάσαμε και τους δείραμε.