Φρικηλεξικό:φοροδιαφυγή

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png φοροδιαφυγή, η - (ουσ.) συνθ.
Οικογενειακό ελληνικό έθιμο που έχει αντικαταστήσει τα αρχαιοελληνικά Διονύσια. Κάποιοι θεωρούν ότι έχει παγανιστικές ρίζες, «φόρος τιμής» (ως ο μοναδικός φόρος του φοροφυγά) στον Ρομπέν των Δασών προσευχόμενος "φασουλίτο - φασουλίτο - γεμιζίτο - σακουλίτο". Λαμβάνει χώρα κεκλεισμένων των θυρών, για να μη μας αντιγράψουν οι Βάρβαροι. Όμως στα καφενεία ο φοροφυγάς λαμβάνει τιμές Ολυμπιονίκη, ως ο νέος που κατάφερε τόσα πολλά, με τόσα λίγα δηλωθέντα.
Στις μέρες μας πλήττεται από αήθεις προβοκάτορες νεο-τεντιμπόηδες, οι οποίοι επηρεασμένοι από την παγκοσμιοποίηση κατατάσσονται στα σώματα των εφοριακών.
Τρομοκρατική οργάνωση, που έχει συσταθεί από τους άνωθεν, ονόματι ΔΝΤ, στρέφεται εναντίον κάθε φερέλπιδος νέου που αγαπά τα ήθη της πατρίδας του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σύλληψη του Άκη Τσοχατζόπουλου και της οικογένειάς του, που τόλμησαν δημόσια και ανοικτά να στηρίξουν το έθιμο.
σύνθετο εκ του φόρος + διαφεύγω