Φρικηλεξικό:σασκίν

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png σασκίν, ο,η,το - (ουσ.) (βλάχικη λέξη)
1 νουμπάς 2 άπειρος 3 χαζός
αγν. ετύμ. - πιθανόν ρουμάνικης ή λατινικής προέλευσης