Φρικηλεξικό:πυροκλάνι

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko πυροκλάνι, το - (ουσ.) συνθ.
όπλο που χρησιμοποιούνταν από τους Ελ και λειτουργούσε με απελευθέρωση αερίων από τον πρωκτό του ανθρώπου (συνήθως άνδρα, διότι οι γυναίκες δεν κλάνουν) και με την βοήθεια ειδικής κατασκευής που παράγει φλόγα.
σύνθετο εκ του πυρ(α.ε.) + κλάνω

1. Πωω με αυτή τη φασολάδα άφησα ένα πυροκλάνι και τα γάμησα όλα.
2. Το πυροκλάνι εχρησιμοποιούτο και υπό των Βυζαντινών ακριτών δια την αντιμετώπισιν αλλοδαπών απειλών (Ελληνική Ιστορία, Τόμος Β', 1970)