Φρικηλεξικό:πορδοκόφτης

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png πορδοκόφτης, ο - (ουσ.) συνθ.
χρησιμοποιείται για να ορίσει ένα είδος εσωρούχου, το γνωστό string. Η ιδέα προέκυψε από το σχοινάκι που εισβάλλει στα μέσα των οπισθίων ώστε όταν ο χρήστης αερισθεί το αποτέλεσμα θα είναι το αέριο να κοπεί στα δύο ή ακόμα και σε δύο ίσα μέρη (διχοτόμηση του αερίου)!
ετυμ. συνθ. εκ του πορδή(<πέρδομαι) + κόφτης(<κόπτω)

Σημείωση: Η λέξη σε περιοχές, όπως το Αγρίνιο, η Λάρισα κ.ο.κ. συχνά απαντάται ως "πορδοκόφτ'ς"!