Φρικηλεξικό:πεοστύφτης

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko

πεοστύφτης, ο - (ουσ.) συνθ.
Πεοστύφτη αποκαλούμε ένα αρσενικό το οποίο προσευχήθηκε στον Αυνάν και έκανε την κατάλληλη κατάθεση τουλάχιστον 7 φορές σε ένα 24ωρο. Αυτό το άτομο, δηλαδή ο πεοστύφτης (μη φοβάστε πείτε το και εσείς) αφουγκράζεται του περιεχομένου του Φατσοβιβλίου, του Πορνοσωλήνα και πολλών ακόμη πορνο-ιστοτόπων, με σκοπό να ξεζουμίσει κυριολεκτικά οποιοδήποτε ίχνος τεστοστερόνης υπάρχει μέσα του και με αποτέλεσμα να αφυδατωθεί.
ετυμ. - σύνθετο εκ του πέος και του στύβω

χρήσεις / παραδείγματα:

1. Ρε μαλάκα, πεοστύφτη, παράτησες τις τσόντες με τις γκόμενες και άρχισες τις τσόντες με τα ζώα;