Φρικηλεξικό:παπάρα

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png



[επεξεργασία] Σημαία της ελλάδας.PNG ελλαδικά:

[επεξεργασία] ετυμολογία

παπάρα< υπερθετικός βαθμός της λέξης πάπια

[επεξεργασία] Εκφράσεις

Έφαγα μια κινέζικη παπάρα: κατανάλωσα μεγάλες ποσότητες πάπιας πεκίνου.

Που βρέθηκε εδώ αυτός ο παπάρας!: - ως γνωστόν οι πάπιες σπανίως απαντώνται σε μεγάλα υψόμετρα.

Πάλι τις ίδιες παπαριές κάνει: - φέρεται σαν πάπια.

Πάμε ρε να φύγουμε. Γεμάτο παπάρες είναι εδώ: - τοποθεσία γεμάτη με πάπιες (πιθανότατα λίμνη)

Μην κάνεις σαν παπάρας ρε: - μην κάνεις την πάπια

Μα πως εβρέθηκε επαέ τούτος ο παπαράτσι - αναφέρεται σε σπάνιο είδος πακιστανικής πάπιας.

συνώνυμο: Κάνει την πάπια

[επεξεργασία] γλωσσοδέτης

Μια πάπια, μα πια πάπια, μια πάπια με παπάρια: γλωσσοδέτης

[επεξεργασία] Κλίση

Αρρενωπό

παπάρας
παπαράτου
παπάραγκα
παπάρΑ

παπάρες
παπάριων
παπάριοι
παπάριες

Θηλυπρεπές

παπάρω
παπάρως
παπάρων
παπάρω

παπάρες
παπάριων
παπάριις
παπάριες

Ασεξουαλικό

παπάρι
παπαρίτου
παπάριτι
παπάρΙ

παπάρατι
παπάριτων
παπάρατια
παπαράτϊα

[επεξεργασία] παράγωγα

  • παπαρούνα
  • @
  • παπαριά
  • παπάς
  • πάπια
  • πατέρας
  • πατούσα
  • παπΑρίων
  • Απαπα
  • απάντηση
  • παντρεύομαι