Φρικηλεξικό:παλουκάρι

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko

παλουκάρι -το (ουσ.) συνθ.
Προέρχεται από τις λέξεις παλούκι και παλικάρι (αρχαία: παλληκάρι).
Η λέξη χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον νεαρό ο οποίος είναι και παλικάρι (ρωμαλέος) και έχει αξιοσημείωτα προσόντα (παλούκι).