Φρικηλεξικό:ντρόπαλο

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png

ντρόπαλo το - (ουσ.) (ουδ.)
Το ξύλινο προϊστορικό όπλο (ρόπαλο) που συχνά εμφάνιζε ναζάκια, ήτο δηλαδή ολίγον τι ντροπαλό. Συχνά δημιουργούσε προβλήματα στους χρήστες του καθώς το ντρόπαλο όταν είχε τις γλύκες του δεν μπορούσε να χτυπήσει τον εχθρό ρε!!!
Γι αυτό η χρήση του περιορίστηκε και δεν ήταν ευρέως διαδεδομένο εκείνες τις ημέρες (συγκεκριμένα στις 13-25 Ιανουαρίου του 32453 π.Χ)