Φρικηλεξικό:μωρό

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko

[επεξεργασία] Ετυμολογία

μωρό < μεσαιωνική ελληνική μωρόν < αρχαία ελληνική μωρός =ηλίθιος

[επεξεργασία] Ουσιαστικό

  1. μηχανή που διαρκώς παράγει σάλια, εκπέμπει ιδιαίτερα δυσάρεστες οσμές και εκκωφαντικούς ήχους ενώ αδυνατεί να επιβιώσει μόνο του. Οι παραπάνω μηχανές προβάλλονται συχνά ως χρήσιμες από τα ΜΜΕ ενώ ελάχιστοι γνωρίζουν ότι πρόκειται για πλάνη. Ένας από τους ελάχιστους που το είχαν ανακαλύψει ήταν ο Ηρώδης Α΄, επονομαζόμενος και Μέγας.
  2. Νεαρή γυνή (βλ. γκόμενα) η οποία φημίζεται για τον πλούσιο εσωτερικό της κόσμο