Φρικηλεξικό:μπακότερμα

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png



[επεξεργασία] Greutsch Bundesdienstflagge.PNG Γερλληνικά:

[επεξεργασία] ετυμολογία

Μπακότερμα< αλλά μπουρνέ κινεζικά Μπάκα(Ρουμελιώτικα κοιλιά) + τέρμα

δηλαδή αυτός με την κοιλιά που κάθετε στο τέρμα .

[επεξεργασία] Συνώνυμα

  • ρούφας ή ρουφήχτρας: αυτός δηλαδή που τα ρουφάει ούλα κι δεν επιάνει τίποτις.

Προσοχή: Η μπακότερμα δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να συγχέεται με τον μπακοΤαραμά ή με τον μπαστουρμά.

[επεξεργασία] Κλίση

  • Μπακότερμας
  • Μπακότερμου
  • Μπακοτέρμα
  • Μπακότερμαν
  • Μπακότερ
  • μπακοτερματζήδες
  • Μπακοτερματζήδων
  • Μπακοτερματζήδοις
  • Μπακοτερματζήδους
  • Μπακοτερματζηδ

[επεξεργασία] Παράγωγα

  • μπακοτερματιστήρι
  • αμπακατερμάτωρας
  • Σπαγκότερμα
  • τέμπερα<τεμάμπερα<τερμάμπακος<μπακότερμα