Φρικηλεξικό:μουνόψειρα

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko


μουνόψειρα, η - (ουσ.) συνθ.
1 η θηλυκή ψείρα 2 ενοχλητικό άτομο
ΣΥΝ κουρδουμπουλοθραύστης(μτφ.) ΑΝΤ ψωλόψειρα
σύνθετο εκ του μουνί + ψείρ