Φρικηλεξικό:μασαμπουκωμένος

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko

μασαμπουκωμένος, ο (ουσ.) συνθ.
είναι αυτός που θα βάλει ταυτόχρονα στο στόμα του μια μπανάνα, ένα γιαούρτι, ξηρούς καρπούς, ληγμένο κρουασάν, ένα ποδήλατο, μερικές βίδες
κοινώς είναι αυτός που λέμε ξυπνάω το βράδυ και μπορώ να φάω και το ψυγείο μαζί μετά το βραδινό μου που ήταν πίτσα, κοκακόλα, ποπ κορν (επειδή είχε και ταινία), λίγο κοτόπουλο και στο τέλος μια πουτίγκα με σως σοκολάτα!
σύνθετο εκ του μάσα <μασάω + μπουκωμένος

χρήσεις στην καθομιλουμένη:

1. τράβα να μασαμπούσεις
2. πάμε να μασαμπουκώσουμε