Φρικηλεξικό:κλατάρω

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko κλατάρω, (ρ.)
αρχαιοελληνική λέξη και πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Σωκράτη όταν έπινε για πρώτη φορά τεκίλα σανράιζ.
ετυμ.: Προέρχεται από το συνδυασμό των λέξεων κλάνω + αίρω και μπορεί να πάρει τη σημασία fart to death όπως λένε και οι Λονδρέζοι.
Χρησιμοποιείται από ανθρώπους με υψηλό μορφωτικό επίπεδο(γνωστούς ως και mr know it all ή σπασοκλαμπάνιας) όταν θέλουν να περιγράψουν μια οδυνηρή και ανυπόφορη διαδικασία.
περίπου συνώνυμα: μπονάζω
Παραδείγματα:
Ο Γιαννάκης έφαγε φασολάδα και κλάταρε στο βεσέ.