Φρικηλεξικό:κλαστήρας

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png κλαστήρας, ο - (ουσ.)
ο κλάστης, δηλαδή ο άνθρωπος που αμολάει διαρκώς και απερίσκεπτα τους κλάνους του, αφήνοντας την μυρωδιά να αγκαλιάσει τον κόσμο που βρίσκεται στην γύρω ακτίνα. Γεμάτος χαρά και ξέγνοιαστος για τις συνέπειες που πρόκειται να προκύψουν και τα λόγια που μπορούν να ειπωθούν, συνεχίζει ακάθεκτος να ελευθερώνει αέρια από το εσωτερικό του
ετυμ ρ. κλάνω (ΑΟΡ έκλασα)

1. *πρρρρρτ*
-Υγεία είναι!
- Τι υγεία ρε βρωμιάρη κλαστήρα, παλιοζέχλα;