Φρικηλεξικό:διεξαγωγή

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko



[επεξεργασία] Philip Duke of Edinburgh COA βριλήστικα:

[επεξεργασία] ετυμολογία

Διεξαγωγή< δύο εξι+αγωγή=26 αγωγές

Η λέξη προέρχεται από την εληνική γραφειοκρατεία, όπου για τη διεκπαιρέωση ενός έργου απαιτούνται τουλάχιστον 26 αγωγές κατά του δημοσίου.

[επεξεργασία] Ομόριζα

[επεξεργασία] Ουσιαστικόν

  1. έξοδος από τη χώρα
  2. λαθρεμπόριο
  3. οργάνωση πάρτυ σε ώρες κοινής ησυχίας και μη
  4. αγωγή
  5. τρόμος
    Ο οδοντίατρος στον ασθενή:Μην ανησυχείς μια μικρή διεξαγωγή του δοντιού θα κάνουμε.

[επεξεργασία] Χρόνοι

  • διεξαγωγή
  • διεξηγωγή
  • διεξαχθωγή
  • εχωγή διεξαχθεί
  • θα διεξαχθή
  • θα διέξιο
  • δειξαγωγήν

[επεξεργασία] Παράγωγα

[επεξεργασία] Εκφράσεις

Διέξ κατά βούλησην: Ο καθένας παίζει το ρόλο του την ώρα που θέλει ανορ΄γατωτα εντελώς