Φρικηλεξικό:γαβαν'

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png γαβάν', το - (ουσ.) συνθ.
ονομάζεται η μαλακία (βόρειες διάλεκτοι, π.χ. Χαλκιδική και Θάσος)
υπάρχει και ως ρήμα παθητικό βλ. γαβανίζομαι
αγν. ετύμ
ομόρριζα γαβανιστής, γαβανάς, γαβανιάρ'ς
παράδειγμα: του πουλύ του γαβάν' καν' του πιδί χαϊβάν'