Φρικηλεξικό:βούννος

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko

βούννος,ο - (ουσ.)
Κυπριακή έκφραση, συνώνυμο του ανάθεμα.
Χρησιμοποιείται από μερίδα Κυπρίων, κυρίως από την περιοχή της Σκάλας είτε για να υποδηλώσει αγανάκτηση λόγω της ανάγκης μετάβασης σε ένα μακρινό σημείο, είτε για να υποδηλώσει ανάγκη ανάκτησης κάποιου αγαθού που συνήθως βρίσκεται κοντά σε άλλο πρόσωπο (σε αυτή την περίπτωση είναι συνώνυμο του (δώσε μου, ρίξε μου).

ετυμ. - Κανένας στα αλήθεια δεν ξέρει από πού προήλθε η λέξη "βούννος", ούτε καν οι Σκαλιώτες. Ίσως προέρχεται από την Ελληνική λέξη βουνό, που θα πει ύψωμα, ίσως και όχι. Μπορεί κανένας να μην ξέρει την ακριβή σημασία της, αλλά όλοι (οι Σκαλιώτες) ξέρουν να την χρησιμοποιούν σωστά.

Παραδείγματα
1. Ππππέεεε, εππάρκαρα στο βούννο ρε μαλάκα, ποιος πάει τζιπάνω τωρά; -Κάποιος άγνωστος απευθυνόμενος σε ένα φίλο του, υποδηλώνοντας αγανάκτηση για τον την τοποθεσία παρκαρίσματος του
2. Βούννα μου την τσέντα μου να πιάσω τα καλλυντικά μου. -Υποφαινόμενη Σκαλιώτισσα, απευθυνόμενη σε κοντινό της πρόσωπο ώστε να της δώσει την τσάντα της