Φρικηλεξικό:βουκόλος

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png

βουκόλος, ο - (ουσ.) <εκ του αρχαίου βοῦς = βόδι

ο ποιμένας των βοδιών, όπου βόδι η ενήλικη αρσενική αγελάδα που έχει υποστεί το μαρτύριο του ευνουχισμού
διαφοροποιείται από τον γελαδάρη βάσει της ιδιαίτερης προτίμησής του να μην καθοδηγεί το κοπάδι αλλά να το ακολουθεί, εξού και η ονομασία του βουκόλος καθότι βλέπει τα βόδια από την πίσω μεριά