Φρικηλεξικό:αλεμάο

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Pencil2.jpg
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β δ ε έ φ γ η ή ι ί κ λ μ ν ο ό ω ώ π ρ σ τ θ υ ύ ψ ξ χ ζ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko


αλεμάο - (επιθ.) αγν. ετύμ.
χαρακτηρισμός για άτομα που πάσχουν από οτινανισμό
χρησιμοποιείται και σαν επίρρημα, π.χ. τα είπε πολύ αλεμάο
ΣΥΝ κουκουρούκου

Slang Η σελίδα αυτή κατάφερε να μεγαλώσει πίνοντας γάλα και ζουλάροντας υλικό από το slang.gr.
Ευχαριστούμε τους διαχειριστές του slang για την άδεια που μας παραχώρησαν, αφού όμως πρώτα τους εκβιάσαμε και τους δείραμε.