Φρικηβιβλία:Η γελοία σουίτα/Βλαντιμίρ ι Αλεκσάντρ

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Frikivivlia.png

Αυτό το άρθρο προέρχεται από τα Φρικηβιβλία, τα πιο φρικιαστικά βιβλία σε όλη την αγορά.

[επεξεργασία] Οι χαρακτήρες και εξωτερικές πληροφορίες για την ιστορία

Αυτό το κεφάλαιο από το έργο Η γελοία σουίτα είναι ένα από τα πιό πρόσφατα και ανήκει στον δεύτερο τόμο, όπου το σoκ της διάλυσης της ΕΣΣΔ δίνει τόπο σε μία προσπάθεια των χαρακτήρων να επιβιώσουν στη νέα πραγματικότητα. Σε αυτό το κεφάλαιο οι κύριοι χαρακτήρες είναι ο Βλαντιμίρ / Βλαδίμηρος και ο Αλεξάντρ.

Από προηγούμενα κεφάλαια γνωρίζουμε ότι ο Βλαδίμηρος είναι Ρώσος, και γιός του Μπόρις από τον 1ο τόμο. Τα κατάφερε να γίνει μεγαλοεπιχειρηματίας αλκοόλ και καπνού, και έχει μεγάλη πελατεία και για τα δύο προϊόντα από τη δυτική Ευρώπη, την Κίνα και τις ΗΠΑ. Ιδίως αυτοί οι τρείς πελάτες του - όλοι με αμύθητη για τα Ρώσικα μέτρα περιουσία - απέκτησαν τέτοιο εθισμό σε αυτές τις δύο ουσίες, που όπως κοκορεύεται ο Βλαδίμηρος 'τους κρατάει πλέον από τα αρχ...'. Τα εμπορεύματα του Βλαντιμίρ ταξιδεύουν σε όλον τον κόσμο μέσω σωλήνων ή πλοίων. Ο Βλαντιμίρ ζει μία πολυτελή ζωή. Το γεγονός ότι η Μόσχα είναι τόσο ακριβή και οι νέοι κανόνες του παιχνιδιού που θέλουν τη θέρμανση πανάκριβη και την αγορά εργασίας ανταγωνιστική, τον υποχρεώνουν να ζήσει σαν μία νησίδα νέου πλούτου σε έναν ωκεανό φτώχειας.

Ο Αλεξάντρ είναι Λευκορώσος και μεγάλωσε σε κρατικό ορφανοτροφείο. Ποτέ δε παραδέχτηκε τη διάλυση πλήρως και μεγάλωσε με την πεποίθηση ότι επειδή είναι από τους πιστούς υποστηρικτές του παλαιού συστήματος, όλοι οι υπόλοιποι οφείλουν να ακούν μόνο αυτόν και να του προσφέρουν λουλούδια με κάθε ευκαιρία. Ζει στο Μινσκ αλλά πού και πού επισκέπτεται τον Βλαντιμίρ, ο οποίος είναι ο μόνος του φίλος καθώς οι παλαιομοδίτικες απόψεις του απωθούν όλους τους γείτονες του. Στον Βλαντιμίρ βρίσκει κάποιον που αν και έχει προδώσει τις αρχές του, τουλάχιστον τον καταλαβαίνει. Μάλιστα όταν οι Αμερικάνοι πελάτες του Βλαντιμίρ προσπαθούν να ανοίξουν υποκατάστημα της ανταγωνιστικής εταιρείας ΝΑΤΟ στην ανατολική Μόσχα, ο Αλεξάντρ πού και πού πάει και τα σπάει όλα. Ακόμα μεταφέρει φορτία για λογαριασμό του Βλαντιμίρ στη Γερμανία.

Έτσι λειτουργεί η σχέση των συναδέλφων μέχρι αυτό το κεφάλαιο.

[επεξεργασία] Η ιστορία καθαυτή

Σε αυτό το κεφάλαιο, οι δύο συνάδελφοι παίρνουν το δρόμο για το Μίνσκ, μέσα στην πολυτελή λιμουζίνα του Βλαντιμίρ. Στο δρόμο συζητούν για διάφορα, ο Αλεξάντρ περηφανεύεται για το πώς έδιωξε εκείνον τον ενοχλητικό καθηγητή από τη γειτονιά όπου μένει στο Μίνσκ και η ώρα περνάει χωρίς πολλή δράση.

Σε κάποια στιγμή, κοντά στα σύνορα με τη Λευκορωσία, ο Βλαντιμίρ βλέπει ένα από τα φορτηγά της επιχείρησής του παρατημένο στο δρόμο. Το φορτηγό έχει σαφώς πάθει σοβαρή βλάβη, ο οδηγός δεν είναι πουθενά και το φορτίο κάθεται ανέγγιχτο: βότκα.

Χαρούμενοι οι δύο ταξιδιώτες κατεβαίνουν από το αυτοκίνητο και ο Βλαντιμίρ ανοίγει τρύπα στη δεξαμενή με ειδικό τρυπάνι - καθώς είναι και δικό του το φορτηγό -. Ο Αλεξάντρ βγάζει από τη τσέπη μία στοίβα καλαμάκια, αρκετά για να πιούνε εκατό άτομα. Ο Βλαντιμίρ ζητάει χρήματα από τον Αλεξάντρ για το πιοτό αλλά λίγα λόγω φιλίας - πρέπει να ακολουθήσουμε τους νέους κανόνες αλλιώς τη βάψαμε! - αλλά και ο Αλεξάντρ του ζητάει χρήματα για το καλαμάκι. Έτσι, αρχίζουν να πίνουν και οι δύο μακάριοι, μέχρι που ένας Γερμανός επιχειρηματίας σταματάει με τη λιμουζίνα του δίπλα τους και τους ζητάει την άδεια να πιεί κι αυτός γιατί διψάει, με αντάλλαγμα χρήματα. Ο Βλαντιμίρ συμφωνεί και ο Αλεξάντρ του δίνει ένα καλαμάκι αλλά ζητάει από τον Βλαντιμίρ να τον πληρώσει για το καλαμάκι.
Ο Γερμανός πίνει με μία ταχύτητα που κάνει τους συναδέλφους να γουρλώσουν τα μάτια.
Πίνει ασταμάτητα.

Μετά από αρκετή ώρα σταματάει δίπλα στο φορτηγό και μία λιμουζίνα με ασημένιους καθρέφτες και χρυσά χερούλια και κατεβαίνουν δύο κάστορες της ερήμου που προσφέρουν βότκα στους πότες. Γρήγορα όμως αντιλαμβάνονται ότι οι πότες ήδη απολαμβάνουν Ρώσικη βότκα και έτσι παίρνουν παράμερα τον Βλαντιμίρ και του λένε ότι αν αυτός τους αφήσει να συνεχίσουν να πουλάνε στους Γερμανούς και τους άλλους ως ανταγωνιστές, τότε ίσως αυτοί να συνεννοηθούν πίσω από τη σκηνή με αυτόν προκειμένου να αυξήσουν ταυτόχρονα τις τιμές της βότκας και οι δύο.
Ο Βλαντιμίρ συμφωνεί και οι κάστορες φεύγουν.

Έτσι περνάει αρκετή ώρα και τελικά εμφανίζεται ένας καουμπόυς από το Κρόφορντ που διψάει άγρια για βότκα, και προετοιμάζεται να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με ένα κάστορα της ερήμου που τον πέταξε έξω από το ποτάδικό του όταν πήγε για επίσκεψη στη Μέση ανατολή. Αντιλαμβανόμενος ότι πηγαίνοντας ξανά επίσκεψη στη Μέση ανατολή, αυτή τη φορά οπλισμένος με πιστόλια, με ακόμα κάτι θαυμαστές του για τους οποίους ουδώλος ενδιαφέρεται και με τον πιστό του σκύλο τον Τόνυ, οι πιθανότητες να πιεί σύντομα είναι μάλλον μικρές, ζητάει από τον Βλαντιμίρ να τον αφήσει κι αυτόν να πιεί. Ο Αμερικάνος αρνείται να πάρει το καλαμάκι που του προσφέρει ο Αλεξάντρ - έναντι αντιτίμου πάντα - και πίνει απευθείας από τη στρόφιγγα της δεξαμενής που κανείς από του πότες δεν είχε ανοίξει μέχρι τότε.
Οι πότες μένουν εμβρόνητοι.
Του Γερμανού του πέφτει το καλαμάκι από την έκπληξη και πληρώνει τον Αλεξάντρ για δεύτερο.

Μετά από ακόμα λίγει ώρα περνάνε και δύο μικροκαμωμένοι και καμπουριασμένοι από την πολλή εργασία Κινέζοι οι οποίοι ταξιδεύουν στη Δύση για να πουλήσουν προϊόντα από το Εργαστήριο του Άι-Βασίλη και κουρασμένοι καθώς είναι, ζητάνε από τον Βλαντιμίρ βότκα:
'Ξέρεις πόσο πρέπει να πίνουμε για να φτιάχουμε αυτές τις αηδίες;' τον ρωτάνε,
και ο Βλαντιμίρ απαντά:
'Όσο καιρό με πληρώνετε, όσο περισσότερο, τόσο το καλύτερο. Αλλιώς, δε με ενδιαφέρει.'.
Οι Κινέζοι ανοίγουν την οροφή από τη δεξαμενη στην πίσω μεριά και πίνουν με τα παραδοσιακά κουπάκια τους.

Όλη αυτή η ιστορία όμως γράφτηκε αριστοτεχνικά από τον Μπόρις έτσι ώστε να κλιμακωθεί σε αυτό το σημείο. Ο Βλαντιμίρ, βλέποντας οτι οι υπόλοιποι πότες της δεξαμενής πίνουν και πληρώνουν μεγάλες τιμές, ενώ ο φίλος του σχεδόν στο 1/3 της τιμής, θυμάται τους νέους κανόνες του παιχνιδιού και λέει στον Αλεξάντρ ότι πρέπει να πληρώσει κανονική τιμή. Ο Αλεξάντρ λέει ότι μέχρι τότε μόνο η φτηνή βότκα του φίλου του τον συντηρούσε στη ζωή και πως αδυνατεί να πληρώσει το αντίτιμο, στο οποίο ο Βλαντιμίρ απαντά:
'Λυπάμαι φίλε, όσο καιρό μπορούσες και έσπαγες τα μαγαζιά των άλλων είχα λόγο να το κάνω. Οι κανόνες της αγοράς βλέπεις...'.
Ο Αλεξάντρ αρχίζει πλέον να νοιώθει όπως ο Βίκτορ από προηγούμενο κεφάλαιο όταν ο Βλαντιμίρ του απαγόρευσε την είσοδο από όλα τα μπάρ του Κιέβου αν δεν πλήρωνε πλήρες αντίτιμο κι'αυτός, και το έκανε επειδή ο Βίκτορ του είχε μιλήσει άσχημα. Αλλά καθώς ο Αλεξάντρ ουδέποτε έδωσε αφορμή για κακό, νοιώθει ιδιαίτερα αδικημένος. Έτσι ζητάει από τον Βλαντιμίρ πολύ περισσότερα χρήματα για τα καλαμάκια, και όταν ο Βλαντιμίρ αρνείται, τότε ο Αλεκσάντρ αρπάζει το καλαμάκι από τον σαστισμένο Γερμανό και φεύγει.

Η τελευταία σκηνή δείχνει τον Βλαντιμίρ με μία ελάχιστα ανθρώπινη έκφραση στο πρόσωπο που δείχει ξεκάθαρα ότι οι νέοι κανόνες τον έχουν απορροφήσει πλήρως, τον καουμπόυ να συνεχίζει να πίνει τόνους βότκας χωρίς να ξέρει ούτε και να ενδιαφέρεται για το τι γίνεται γύρω του, τους Κινέζους να πίνουν αδιάφοροι και τον Γερμανό τελείως ζαβλακωμένο να κάθεται και να κοιτάει περίεργα.