Τρόικα

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Uncyclovision.png

Αυτό το άρθρο προέρχεται από την Uncyclovision, τον κορυφαίο και απόλυτο διαγωνισμό τραγουδιού.
Troika.jpg

'Τρόικα' είναι ο τίτλος του πιο γνωστού και παραδοσιακού ρώσικου έπους. Πρόκειται για ένα ερωτικό έπος, με πόνο, αγάπη, σεξ, εγκατάλειψη, βροχή και βότκα. Είναι το πρώτο ποίημα που μαθαίνουν τα παιδιά στο σχολείο, το απαγγέλλουν σε κάθε εθνική επανάσταση (κάνουν συχνά), το τραγούδησε ακόμα και ο Ντίμα Μπιλάν στην Γιουροβίζιον. Λέγεται ότι, πριν δολοφονηθεί η οικογένεια Ρομανόφ κατά την Οκτωβριανή επανάσταση, η τελευταία της επιθυμία ήταν να παρουσιάσει τη χορογραφία τους για το μελοποιημένο έπος.

Κανείς δεν ξέρει πότε και από ποιόν γράφτηκε η ‘Τρόικα’. Ανακαλύφθηκε τυχαία πριν 130 χρόνια σε ένα κελί στα γκούλαγκ της Σιβηρίας από την αγράμματη καθαρίστρια, η οποία μόλις το διάβασε έπαθε καρδιακή προσβολή από τα έντονα συναισθήματα που της προκάλεσε. Άλλες δύο καθαρίστριες, ένας κατάδικος και τρεις νοσοκόμες που έτρεξαν να τη βοηθήσουν, διάβασαν το ποίημα και πέθαναν επίσης. Αμέσως συστάθηκε επιτροπή συγγραφέων καθηγητών πανεπιστημίου, ιατρών και φιλοτελιστών και διάβασαν από ένα στίχο ο καθένας, άλλαξαν ορισμένες λέξεις και έφεραν το ποίημα στη σημερινή του μορφή. Κατά καιρούς παρατηρούνται ακόμα εμφράγματα, καρδιακά επεισόδια, πυρετοί και σκωληκοειδήτιδες κατά την ανάγνωση του ποιήματος, αλλά σε μεταφρασμένη μορφή μπορείτε να το απολαύσετε χωρίς φόβο.


Μικρός ταβάρις ήμουνα, και ζούσαμε στη στέππα
ήτανε όμορφα εκεί, περνούσαμε κοτσάνι.
Είχα γελάδια τέσσερα και βαζελίνες δέκα,
Σε σπίτι ωραίοφ μέναμε, αλλά χωρίς ταβάνι.

Λίγο σαν μεγάλωσα και έγινα οικοδόμος
Σντην μπόλη μετακόμισα, στη Μόσχα την πλανεύτρα.
Ένα βράδυ πού ‘βρεχε και ήταν λούτσα ο δρόμος,
Βέλη δυό με χτύπησαν απ΄του ερώτα τη φαρέτρα.

Ξεμαλλιασμένη έτρεχε, με βλέμμα αδειανόβ,
Σπασμένο το ταγκούνι και ένα μικρό τσουρέκι
Σε γούβα παραπάτησε και πάτησε σκατόβ
Κι εγώ αμέσως άφησα στην άγκρη το μπιφτέκι.

Ντρέχοντας έτρεξα εκεί, τη νια να τη βοηθήσω,
Σαν γκασπαντίν αξιόλογος, κομμουνιστής σε όλα
Μόλις την είδα από κοντά, κρατήθηκα μη χύσω
Το τσάι που της έφερνα, να ζεσταθεί καθ’όλα.

‘Σπασίμπα καλέ μου άνθρωπε’ μου είπε λιγωμένη,
‘Σήμερα πέρασα πολλά, και η ζωή με φτύνει.
Βοήθησέ με αν μπορείς, γκαι είμαι γκουρασμένη,
Να έρθω λίγο σπίτι σου, η βρόχα μου τη δίνει’.

Με στόμα έμεινα ανοιχτόφ, της έδειξα το δρόμο
Και σπίτι μου ανέβηκε, εις το μικρό το δώμα
Τη γκούνα έβγαλε ευθύς , με γκοίταξε με τρόμο
Κι εγώ τα μάτια γκούρλωσα και μ’άλλαξε το χρώμα.

Γυμνή, ολόγυμνη ήτανε, με τατουάζ στην πλάτη,
Στα χέρια μου την άρπαξα, τα στιβαρά μου μπράτσα
Σα σάκοφ τηνε πέταξα στο ξέστρωτο κρεβάτι
Κι ήταν αφράτη και γκλυκιά σα μια φρέζκια μπουγάτσα.

Τη νύχτα όλην γλεντήσαμε, μου κόπηκ’ η ανάσα
Και τότε ήταν που ένιωσα αυτό που λεν’ αγκάπη.
Μία μπουκλίτσα ξανθουλή της έπεφτε στη φάτσα
Και επιτέλους σκέφτηκα ‘έχει αυτό το ‘κάτι’!

Στα χέρια μου κοιμήθηκε, την κράταγα σα γάτα
Κι έτσι κοιμήθηκα κι εγώφ, ήρεμα σα μωράκι
Όνειρα είδα όμορφα, σέξι και πιπεράτα
Κι όλο το βράδυ χούφτωνα το ωραίο γκωλαράκι.

Μα, μαύρη ώρα, αλλοίμονοβ, που ήρθε το πρωί
Και άνοιξα τα μάτια μου και είδα την αλήθεια
Το δώμα ήταν αδειανόβ και πουθενά η μικρή,
Κι αμέσως έπαθα ένα σοκ και ζήτησα βοήθεια.

Έφυγε και μ’ άφησε με ντην ανάμνησή ντης,
Χωρίς κουβέντα να μου πει, χωρίς να δώσει αιτία.
Δεν έχω λόγο για να ζω, άμα δεν είμ’ μαζί της,
Και μ’ άφησε ξεκρέμαστο, με δύο απ’ τα τρία.

Παραπατούσα κι έκλαιγα, πράσινη μύξα στάζω
Και μες την παραζάλη μου, κοίταξα στο τραπέζι
Ένα σημείωμα μπικρό, πιάνω και το διαβάζω
Κι έγινε αμέσως η καρδιά φύλλο που τρεμοπαίζει.

‘Για τιμπιά λιουμπλιού, αλλά πρέπει να φύγω,
Κατάσκοπος είμαι κρυφή, τα πράματα είναι ζόρικα
Θέλω να ξέρεις μνιε παντρούγκ, σ ’αγάπησα για λίγο
Κι αν δε σε ξαναδώ, να ξέρεις, με λένε Τρόικα’…

[επεξεργασία] Μελετήστε ακόμα