Του κοιμισμένου admin

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Uncyclovision

Αυτό το άρθρο προέρχεται από την Uncyclovision, τον κορυφαίο και απόλυτο διαγωνισμό τραγουδιού.

Facebook με τους 9 admin και τον βαγμένο σέρβερ
τον σέρβερ τον πανάκριβο, και τον πολυβρισμένο
Τον είχες δώδεκα χρονώ και συντήρηση δεν είδε
Στα σκοτεινά τον άναψες, στα υπόγεια τον κρύβεις
στ' άστρι και τον αυγερινό ξεκόλαγε μονάχα
συντηρητές σου ήρθανε από τη Βαβυλώνα
να κάνουνε συντήρηση να βρούνε καμιά άκρη

Οι οκτώ admin δε θέλουνε κι ο ένατος κοιμάται
«FB μου, κι ας πετάξουμε τον σέρβερ στα σκουπίδια
Στα μπάζα εκεί που περπατώ, στα μπάζα που πηγαίνω
αν πάμε στην χωματερή, ξένοι να μην περνούμε»
Φρόνιμος είσαι, κοιμάμενο, μ' άσκημα απηλογήθης.
Κι α' μο 'ρτει, ο συντηρητής, κι α' μο 'ρτει critical error
αν τύχει πίκρα γη χαρά, ποιος πάει να μου τον φέρει;»
«Βάλλω την C++ κριτή και τ' άγια chips μαρτύρους
αν τύχει κι έρτει critical, αν τύχει κι έρτει error
αν τύχει πίκρα γη χαρά, εγώ να σου τον φέρω».

Και σαν τον εξεπάτρεψαν τον σέρβερ στα σκουπίδια,
κι εμπήκε χρόνος δίσεκτος και χρήστες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά admin πεθάναν
βρέθηκε το facebook μοναχό σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ' όλες τις IP έκλαιγε, σ' όλες μοιρολογιόταν,
στου κοιμισμένου του admin ανέσπα τα μαλλιά της.
«Ανάθεμά σε, κοιμάμενο και μυριανάθεμά σε,
οπού μου τον εξόριζες τον σέρβερ στα σκουπίδια!
Το τάξιμο που μου 'ταξες πότε θα μου το κάμεις;
Την C++ έβαλες κριτή και τ' άγια chips μαρτύρους
αν τύχει πίκρα γη χαρά, να πας να μου τον φέρεις».
Από το μυριανάθεμα και τον βαρύ το lag,
η γης αναταράχτηκε και το κοιμάμενο εβγήκε.
Κάνει το πληκτρολόγιο άλογο και το ποντίκι χαλινάρι,
το laptop του για συντροφιά και πάει να της τον φέρει.

Παίρνει το google πίσω του τα forums στα μπροστά του.
Βρίσκει τον κι εζεμάταγε σε ένα βουνό από μπάζα.
Από μακριά τονε κοιτά κι από κοντά τον σέρνει:
«Άιντε τώρα που σ' έσουρα, στο facebook να πάμε».
«Αλίμονο, κοιμάμενο , και τι 'ναι τούτη η ώρα;
Ανίσως κι είναι ο συντηρητής, να στολιστώ και να 'ρθω,
«Έλα, σέρβερ, στο facebook, κι ας είσαι και βαγμένος».
Κοντολυγίζει φορτηγό και πίσω τον καθίζει.

Στη στράτα που διαβαίνανε, πουλάκια κιλαηδούσαν,
δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σα χελιδόνια,
μον' κιλαηδούσαν κι έλεγαν ηχείου ομιλία:
«Ποιος είδε σέρβερ βρώμικο να σέρνει κοιμισμένος!»
«Άκουσες, κοιμάμενο τι λένε τα πουλάκια;»
«Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, και μαλακιες λένε».
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατά κοιμάμενο με σέρβερ βρωμιασμένο!»
«Άκουσες, κοιμάμενο τι λένε τα πουλάκια;
Πως περπατά κοιμάμενο με σέρβερ βρωμιασμένο».
«Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν».
«Φοβούμαι σε κοιμάμενό μου και μπάφος μου μυρίζει».
«Εχτές βραδύς επήγαμε πέρα στον Άη Γιάννη
κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περσικό λιβάνι».
Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τους λένε:
Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοιο σέρβερ πανάθλιο να σέρνει ο κοιμισμένος!»
Τ' άκουσε πάλι ο σέρβερ και ράγισε η μητρική του.
«Άκουσες, κοιμάμενο , τι λένε τα πουλάκια;»
«Άφησε σέρβερ τα πουλιά μας σκότισαν τ' αρχίδια».
«Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου και πού είναι η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ' όμορφο μουστάκι;»
«Τα έλουσα με ράουνταπ και πέσαν τα μαλλιά μου».

Αυτού σιμά αυτού κοντά, στο σπίτι καταφτάνουν.
Βαριά χτυπά το φορτηγό κι απ' εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει πληκτρολόγιο να βροντά, ποντίκι να βοΐζει.
Κινάει και πάει ο σέρβερ στο σπίτι μοναχός του.
Βλέπει τους κήπους του γυμνούς, τα δένδρα του καμμένα
βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα του χάσισα φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σπασμένα και βαγμένα.
Χτυπά την πόρτα δυνατά, και ξάφνου την γκρεμίζει.
«Αν είσαι error, διάβαινε, κι αν είσαι χρήστης, φύγε
κι αν είσαι ο συντηρητής άλλους admin δεν έχω,
κι ο βαγμένος σέρβερ μου λείπει μακριά στα μπάζα».
«Σήκω, facebook, άνοιξε, σήκω γλυκιά facebook».
«Ποιος είναι αυτός που μου χτυπάει και πάλι μου τα πρήζει;»
«Άνοιξε, facebook, άνοιξε, κι είμαι ο βαγμένος σέρβερ».

Κατέβηκε αγκαλιάστηκαν κι κόλλησαν κι οι δύο.