Σραδάμ

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ουπς! Μπας και εννοούσατε Σημίτης;


“Υδέν σχόλιον!”

~ Κάποιος Ass

Προσχή:Το παρακάτω άρθρο ΔΕ θέλι ορθογραφική διόρθωση (κετός και αν αυτή είναι προς το χειρότερο, αρκεί ο άλλος να καταλαβαίνει τί γράφει το άρθρο)

Μιλάτε σωστά ελληανικά? όλη αη αλαη΄θεια σε αυττό τοα λεξικόα που δε ασα σμείναι τίποτα ΄τοριθο! με τη μοναφική ποιόρτηνα της Άσμνοες copr.!!!

[επεξεργασία] Παράδεειμα λεξιλογίου

  • αδιφορία: σαφής έννοια (μη διφορούμενη)
  • άδειε: άδεια στο φλου
  • αλλιός: αλλιώς, αλλά αλλοιωμένος
  • Αινστάιν: ετεροθαλής αδελφός του Αϊνστάιν
  • ανάπαρστος: αυτός που δεν μπορείς να τον ξαναπάρεις
  • απαθανίζομαι: απαθανατίζομαι χωρίς την έκρισή μου
  • αροθμός: αριθμός που ικανοποιεί την ιδιότητα (n)mod21=(!n)mod3
  • απολπάνηση: σχετίζομαι με την ΑπόλπαιναΓια τους δ΄γθενβ σοβαρούς είναι ένα χωριό κάπου που δεν το ξέρει η μάνα του...
  • απαράιτιτο: απαραίτητο στις προπροπαριξύτονες ιτιές
  • απεργείο: υπουργείο πρόκλησης απεργειών
  • βαίλισσα: βασίλισσα που περπατάει
  • βρίκσομαι: βρίσκομαι κάπου ανάποδα
  • γωτογραφία: φωτογραφία ακτινών γ
  • γραφίο: γραφείο με άδεια ταμεία (χωρίς )
  • δίκτια: γερά δίχτυα
  • δίχνω: κατασκευάζω δίχτυα
  • δεξκιά: γραμματικός πλεονασμός για έμφαση στη λέξη δεξιά
  • έγινα: έγινε αφού πρώτα με ρώτησε
  • εδώνω: βγάζω στην αγορά
  • ελοχειμ: χημεικός Ελοχίμ
  • έκδωσε: αντίθετο του εκπάρε
  • εξετελέσθει: αόριστο απαρέμφατο του εξετελέσομαι
  • επαναστατικόςαγώναςιώτες: οπαδοί του επαναστατικού αγώνα
  • έπεξα: (αόρ. πέζω) δημιουργώ πεδίο
  • ζωγράφησα: (αόρ. ζωγραφώ) έγραψα πάνω σε ένα ζώο
  • ισοροπία: ανισόρροπη ισορροπία
  • κ'νάω: ξεκάνω
  • κάι: και με έμφαση
  • καρμέλα: καραμέλα με θεραπευτικές ιδιότητες
  • κόμα: κόμμα ανορθόγραφων
  • κοιτάσμε: εσύ κοιτάς εμέ
  • κυβένρηση: ρητό του Κύβεν
  • μωλώτωφ: Κοκτέιλ μολότοφ με λωτό
  • μ,πά: βαριεστημένο μπα (προφέρεται όπως γράφεται)
  • νεροπιστόλων: γεν. πληθ. σκοπευτές με νεροπίστολα
  • ναία: νέα ναιράιδα
  • νοσταγλώντας: παρασκευάζοντας νόστιμο γελώντα
  • νργεια: συμπυκνωμένη ενέργεια
  • ξεστομώ: ξεστομίζω με στόμφο
  • ομόνημος: ομώνυμος με κάποιον από την ομόνοια
  • όπαλ: όπλα με οβάλ σχήμα
  • όποιο: όπιο εμλπουτισμένοι με Οξυγόνο
  • οχαλίζω: ροχαλίζω με ανοιχτό το στόμα
  • παντρέβομαι: ρεύομαι πάντα
  • πανυγίρι: πανηγύρι με γίδες
  • πράσσινος: έντονα πράσινος
  • πιτιρίκι: πιτσιρίκι που ανακατεύεται με τα πίτουρα
  • συμβολλλή: τριπλή συμβολλή
  • ςλίθιο: λίθιο τελικού τύπου σ
  • συνιστάται: συστήνεται
  • Σολωμώντας: βασιλιάς των Σολωμών, αδελφός του Σολομώντα
  • σοσιαληστής: αυτός που κλέβει την σοσάιετυ
  • σκήζω: τα καταφέρνω με μεγάλη επιτυχία (το γνωστό σκήστε)
  • συμαντικός: αυτός που γίνεται μαζί με μαντεία (συν+μαντικός)
  • σχολίο: σχολείο εκμάθησης σχολίων
  • τειτζής: τεϊτζής από τη Λάρισσα
  • τελστής: ο τελεστής
  • τσίβδος: τσιβδός με δυσλεξία
  • ταλευταίος: πρόσφατος
  • υποστήριαζν: γέμιζαν με άζωτο
  • ΥΟΥΡΓΕΙΟ: υπουργείο καταστροφής της σταθεράς του Αρχιμήδη
  • υλικο: υλικό χωρίς ηλεκτρόνια
  • φορντίζω: φροντίζω να φορτίσω
  • χαμετυπίο: χαμαιτυπίο για μέλισσες
  • χειοτερεύω: γίνομαι πλούσιος από τη Χίο
  • χημεικός: σχετικός με τη χημεία
  • χημικός σχετικός με το Χημικό επιστήμονα (στην πραγματικότητα είναι ανάποδα!!!)
  • χηδαίος: χυδαίος χημεικός
  • χρύση: δικαίωμα χρήσης αγορασμένο με χρυσό

[επεξεργασία] κλείση ρήαμτος

[επεξεργασία] ενεστώτας

χειοτερεύω

χειοτερέυεις

χειοτερεύει

χειοτε΄ρευομε

χειοτε΄ρευτε

χειοτερέυον

[επεξεργασία] άλλοθ χρόνοι

χειοτερεύα

χειοτέρεσα

χειοτέσω

χειώτεσα

χειώτει

[επεξεργασία] άλες εγκλίσεις

χειέυε

χειέσε

χειοτέσυσεις

[επεξεργασία] κιλίση ουστιατικού

[επεξεργασία] ενικός

άδειε

άδεις

άδενι

[επεξεργασία] πληθυντικός

άδιεες

αδιώε

άδειες

Γένι:

Τα γένη μετά από κοινωνικές πιέσεις άλλαξαν και πλέον δεν είναι τα γνωστά αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο, αλλά σύμφωνα με τη νέα γραμματική είναι τα: αρρενωπό, θηλυπρεπές και ασεξουαλικό.

[επεξεργασία] (συ)μπλεκτικοί σύνδεσμοι

και

κάι

κια

ίκα

άκι

ακι

κι

αικ

ιακ

ιεκ

κε

qαι

qi

κ

&

[επεξεργασία] σ-ρ-τάθεση

νεσουλιαρμένορ

άρεμνορ

ρίγμα

σέει

[επεξεργασία] α-τάθεση

κτάω

κταά

νάθρωπος

είανι

[επεξεργασία] άλλες εκδόσεις

Άλλες γλώσσες