Μπυροφέρνω
Από την Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία
“με στέλνεις, με στέλνεις, με μπυροφέρνεις...”
~ Ο Όσκαρ Ουάιλντ για την μπυροφορία
“Ζητω η Ελλάδα, ζήτω η Θρησκεία, ζήτω η μεγάλη μπυροφορία...”
Παράδοση που έχει τις ρίζες της στα πρώιμα βουδιστικά χρόνια, η μπυροφορία είναι πράξη ύψιστης έυνοιας και μεγαλοψυχίας. Συνίσταται στην μεταφορά και επίδοση μπύρας σε ειδική περίπτωση (επίσκεψη, γάμο, κηδεία, ρεκλαντάν αραλίκι κδσ) και μόνο σε σημαίνοντα άτομα (φίλους, οιγογένεια, τον Τσάκ Νόρις και άλλους).
[επεξεργασία] ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ
Η μπυροφορία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της χριστιανικής μας παράδοσης και εντάχθηκε στην καθημερινότητά μας από την εμφάνισή της. Μαρτυρίες μαρτυρούν οτι ήταν συνήθειο της Παναγίας να μπυροφέρνει καθημερινά στους συμμαθητές του γιού της, γι'αυτό και της επιδόθηκε το παρατσούκλι 'Μπυροφόρα'. Πολλές φορές έφερνε για κολατσιό σουβλάκια, γι'αυτό και σε ορισμένα ιστορικά βιβλία αναφέρεται και ως Σουβλακοκρατούσα. Μπυροφόρες έκαναν την εμφάνισή τους και στο event της σταύρωσης του Ιησού: τρείς όμορφες κοπέλες κουβάλησαν και μοίρασαν στο κοινό μπουκαλάκια με μπύρα εποχής, κάτι που είχε μεγάλη επιτυχία, μιας και ήταν πρωτόγνωρο για τα ιουδαικά δεδομένα.
Στην αρχαία Ελλάδα οι μπυροφορίες ήταν διαδεδομένες στη Σπάρτη και λαμβαναν χώρα κάθε χρόνο, μαζί με πανηγυρική γιορτή στην κοιλάδα του Καιάδα. Η εκδήλωση αυτή είχε συχνά άσχημη σκατάληξη γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε οτι απαγορεύεται η μπυροποσία και μπυροκατανάλωση σε ηλικίες κάτω των 13, οι Σπαρτιάτες μπυρόφερναν στα παιδιά τους, νομίζοντας οτι αυτό θα τους κάνει πιό σκληρούς άντρες. Πολλά από τα παιδιά δεν είχαν τα φόντα να γίνουν πιό σκληροί άντρες (ήταν χλίμηδες), έχαναν την ισορροπία του πάνω στο χορό και έπεφταν στον γκρεμό. Μνημείο μεγάλο στήθηκε στη μνήμη των μπυροχαμένων παιδιών, με την συγκινητική επιγραφή
"Ω ξειν, αγγέλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων μπύροις φερόμενοι.
Στα μαύρα χρόνια της Ντουρκοκρατίας οι μπυροφορίες είχαν απαγορευθεί δια νόμου, οι απείθαρχοι όμως Έλληνες που ποτέ δεν έσκυψαν το κεφάλι στον ζυγό του σκατακτητή, έκαναν κρυφά μπυροφορίες για να τονώσουν το εθνικό φρόνημα, αλλά και για να μάθουν στα μικρά παιδιά τις Ελληνικές παραδόσεις. Οι μπυροφορίες αυτές γινόντουσαν κρυφά τα βράδια, με ιερείς και μητροπολίτες ως επίτιμους καλεσμένους, γιατί μόνο αυτόι είχαν μέσο το θεό και μπορούσαν να βρούν μπύρα σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς.
Σε πολλές χώρες και για 2-3 φορές το χρόνο γίνονται μεγάλες προσκηνηματικές μπουροφορίες, με σκοπό την εξιλέωση και ανύψωση του πνεύματος του μπυροφορέα, αλλά και την τέρψη των φίλων, συγγενών και γειτόνων. Άντρες και γυναίκες, αψηφώντας τα ακραία καιρικά φαινόμενα, την ρέκλα και τη βαρεμάρα, ξεχύνονται στους δρόμους προς αναζήτηση κάβας, περιπτέρου ή ψιλικατζίδικου και επιδεικνύουν τεράστια δύναμη χαρακτήρα πληρώνοντας από το υστέρημά τους τα υπέρογκα έξοδα της διαδικασίας και της μπυροαγοράς. Οι μέρες αυτές του προσκηνήματος έχουν διαφορετικές ονομασίες ανάλογα τη χώρα και την θρησκευτική παράδιση, αλλά οι πιο κοινές είναι Τσου-Λου, Πρωτάθλημα, Ολυμπιακοί αγώνες.
[επεξεργασία] ΣΗΜΕΡΟΝ
Το έθιμο της μπυροφορίας κρατεί καλά σε όλες τις πολιτισμένες χώρες και αποτελέι τίτλο τιμής. Οι μπυροφόροι είναι άτομα που βάζουν πάνω από τους εαυτούς τους την ευχαρίστηση των άλλων και προσπαθούν συνέχεια για τη βελτίωση του βιοτικού μας επιπέδου και την ποιότητα της διασκέδασής μας, γι'αυτό και πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον προσήκοντα σεβασμό.,


