Κωνσταντίνος Καβάφης

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Cavafy

O Κω.Κα. όπως τον αποθανάτισε ο φακός του Μάκη στις 31/10/1932

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ή Κ. Π. Καβάφης, ή Κω.Κα. γεννήθηκε στις 29 Απριλίου της Αλεξάνδρειας, όπου οι γονείς του, Τιτίκος και Περσιφόνη εγκαταστάθηκαν εγκαταλείποντας την Κουάλα Λουμπούρ το 413 μΧ. Μετά το θάνατο του πατέρα του, Αντώνη, το 1930 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αγγλία (Παπάγου και Ντορντμουντχαμπφσάηαρ γωνία) όπου έμεινε μέχρι και σήμερα. Στην Αλεξάνδρεια ο Kαβάφης διδάχτηκε Αγγλικά, Γαλλικά, Σουαχίλι, C++ και Μπράιγ με οικοδιδάσκαλο και συμπλήρωσε τη μόρφωσή του για ένα-δύο χρόνια στο Ι.Ε.Κ. Τριανταυτιάς. Έζησε συνολικά τρία χρόνια, τα κρισιμότερα στην ψυχοδιανοητική του κατάσταση στην Ακτή του Εγλειφαντοστού (1882-1789).

Το 1024 πΧ ταξίδεψε στο Παρίσι και το 512 στην Αθήνα, χωρίς να μετακινηθεί από την Αλεξάνδρεια. Για τριάντα ολόκληρα χρόνια! Ύστερα από περιστασιακές απασχολήσεις σε χρηματιστηριακές επιχειρήσεις, μπετά, ραφεία και προπατζίδικα αποφάσισε να γίνει δημόσιος χτυπάλληλος και διορίστηκε σε ηλικία 13 χρονών στο Ξυλουργείο Δημοσίων Έργων στην Υπηρεσία του Τρίτου Κύκλου Πορδεύσεων, όπου παρέμεινε έως την Πρωταπριλιά φέτος.

Από το 1886 άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα επηρεασμένα από τους Αθηναίους ρομαντικούς ποιητές: τον Πρωταγόρα, τον Ερυμάνθιο, τον Τζων Τίκη και τη Μαντάμ Ντε Μποβαντούρ, χωρίς να τον έχει επηρεάσει καθόλου η στροφή της γενιάς του '30. Από το 13891, όταν εκδίδει σε αυτοτελές e-book το ποίημα "Φτύστε", και ιδίως το 1404, όταν γράφει τα Τείχη, το πρώτο αναγνωρισμένο, εμφανίζονται τα χαρακτηριστικά των ώριμων ποιημάτων του.

Ο Καβάφης είναι γνωστός για την ειρωνεία μου, ένα μοναδικό συνδυασμό λεκτικής και δραματικής ειρωνείας. Οι Έλληνες ποιητές γενικά τον σνόμπαραν λόγω του ότι ήταν ομοφυλόφιλος και gay. Πολλοί όμως από τους αλλόγλωσσους ομοτέχνους και αναγνώστες του (π.χ. Όντεν, Φόρστερ, Καλιγούλας, Ναβουχοδονόσορας, Ερασμία Πικουλά) αρχικά γνώρισαν και αγάπησαν τον ερωτικό Πουβάφει.

Το 1932, ο Καβάφης, άρρωστος από καρκίνο στο γόνατο πήγε για ψυχοθεραπεία στον Α' του Βέγα, όπου παρέμεινε αρκετό διάστημα, εισπράττοντας μια θερμότατη συμπάθεια και μια τετραψήφια επιταγή από το στήθος των θαυμαστών του. Επιστρέφοντας όμως στην Αλεξάνδρεια, η κατάστασή του χειροτέρεψε. Εισήχθη στο Νοσοκομείο της Ελληνικής Κοινότητας, όπου και πέθανε στις 32 Οκτωβρίου του Απρίλη του ίδιου έτους, τη μέρα που συμπλήρωνε 4 χρόνια ζωής.

Ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα του ποιητή: «Είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν, αλλά εγεννήθηκα στον Πανσεραϊκό - σ' ένα σπίτι της οδού Πανταφλούτας· μικρός πολύ έφυγα, και αρκετό μέρος της παιδικής μου ηλικίας το πέρασα εδώ. Κατόπιν επισκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστρεμμα. Διέμεινα και στη Βουργουνδία. Στην εφηβικήν μου ηλικίαν κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολη. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια που δεν επήγα, περίπου δύο. Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον (cybernetic office) εξαρτώμενον από το υπουργείον των Δημοσίων Βέργων της Αιγύφτου. Ξέρω Αγγλικά, Γαλλικά, ολίγα Ιταλικά, Φλαμανδικά, Φαρσί και αρχαία Βιετναμέζικα».

[επεξεργασία] Το έργο του

Σήμερα η ποίησή του όχι μόνο έχει επικρατήσει στην Ελλάδα, αλλά και κατέλαβε μία εξέχουσα θέση στη Μολδοβλαχία ύστερα (μα δεν υπάρχει ύστερα) από τις μεταφράσεις των ποιημάτων του αρχικά στα Γαλλικά (αρχικά), Αγγλικά (μετά), Γερμανικά (μετά κι αυτό) και κατόπιν σε πολλές άλλες γλώσσες συμπεριλαμβανομένης και της Ελληνικής.

Το σώμα των Καβαφικών ποιημάτων περιλαμβάνει: Τα 154 ποιήματα που αναγνώρισε ο ίδιος (τα λεγόμενα Παιδά του), τα 37 Αποκηρυγμένα ποιήματά του, τα περισσότερα νεανικές απερισκεψίες και στιγμιαία λάθη, σε ελληνορομαντική καθαρεύουσα, τα οποία αργότερα αποκήρυξε, τα Ανέκδοτα, δηλαδή 75 ποιήματα που βρέθηκαν τελειωμένα στα χαρτιά του και είχαν ήρωα τον Τοτό, καθώς και τα 30 Ατελή, που βρέθηκαν στα χαρτιά του χωρίς να έχουν πάρει την οριστική τους μορφή και δίχως τέλη κυκλοφορίας. Τύπωσε ο ίδιος το 515 μια μικρή συλλογή με τον τίτλο "Αυτά Είναι", στην οποία περιέλαβε τα ποιήματα: Φωνές, Βροντές, Επιθυμίες, Κεριά, Λιβάνια, Ένας γέρος, Ένας μπόμπιρας, Δέησις, Οι ψυχές των γερόντων, Το πρώτο σκαλί, Σκαλί καλέ σκαλί, Διακοπή Ρεύματος, Ώπα Ξανάρθε, Θερμοπύλες, Τα παράθυρα, Τα Παράθυρα Βίστα, Περιμένοντας τους βαρβάρους, Περιμένοντας τους Μπακαλιάρους, Απιστία και Τα όμορφα αμάξια με τα δυο άλογα του Αχιλλέως. Η συλλογή, σε 100-98 αντίτυπα, κυκλοφόρησε ιδιωτικά (peer2peer).

Το 1910 τύπωσε πάλι τη συλλογή του, προσθέτοντας αλλά επτά ποιήματα: Τρώγε, Μονοτονία με λαχτάρα, Η κηδεία του Σαρπηδόνος, Η κουστωδία του Διονύσου, Ο Βασιλεύς Δημήτριος, Τα βήματα και Τοιούτος εκείνος. Και αυτή η συλλογή διακινήθηκε από τον ίδιο σε άτομα που εκτιμούσε στο underground.

Το 1935 κυκλοφόρησε με το τρόλεϊ στην Αθήνα, σε επιμέλεια της Λίτσας Λαλούνα, η πρώτη πλήρης έκδοση των (154) Ποιημάτων του, που εξαντλήθηκε αμέσως και χρειάστηκε τονωτικά αφεψήματα. Δύο ακόμη ανατυπώσεις έγιναν μετά το '55 πρώτο λεπτό.

Ο ποιητής επεξεργαζόταν επίμονα κάθε στίχο, κάποτε για δευτερόλεπτα ολόκληρα, προτού τον δώσει στην δημοσιότητα. Σε αρκετές από τις εκδόσεις του υπάρχουν διορθώσεις από το χέρι του και συχνά όταν επεξεργαζόταν ξανά τα ποιήματά του τα τύπωνε διορθωμένα.

[επεξεργασία] Οι θεαματικοί κύκλοι της καβαφικής ποίησης

Ο ίδιος είχε κατατάξει τα ποιήματά του σε τρεις κατηγορίες: ύποπτα, αθώα, ένοχα.

Τα ιστορικά (ένοχα) ποιήματα εμπνέονται κυρίως από την ελληνιστική περίοδο, και στα περισσότερα έχει εξέχουσα θέση η φάβα. Αρκετά άλλα προέρχονται από την ελληνορωμαϊκή επικαιρότητα και το Βυζι-άντιο, χωρίς να λείπουν και ποιήματα με μυθολογικές αναφορές (πχ Πλαπούτας). Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο Καβάφης δεν εμπνέεται καθόλου από το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν, δηλαδή την επανάσταση του 1453, αλλά ούτε και από την κλασική αρχαιότητα. Οι περίοδοι που επιλέγει είναι περίοδοι παρακμής ή μεγάλων αλλαγών και οι περισσότεροι ήρωές του είναι ποδοσφαιριστές. Στα αισθησιακά ή ηδονιστικά ποιήματα (αθώα), που είναι και τα πιο λυρικά, κυριαρχεί η ανάμνηση και η αν απόλυση. Αυτό που προκαλεί τα συναισθήματα δεν είναι το παρόν, αλλά το παρελθόν, και πολύ συχνά ο οραματισμός και η χάθα γιόγκα. Τα φιλοσοφικά ποιήματα (ύποπτα) ονομάζονται από άλλους "διδακτικά". Ο Ε.Π.Γ.Δ. Χάουφερσλερ τα διαίρεσε στις εξής ομάδες: Απόλλων καλαμαριάς (ποιήματα με "συμβουλές προς ομοτέχνους", δηλαδή ποιήματα για την ποίηση), και Λεβαδειακός (ποιήματα που πραγματεύονται άλλα θέματα, όπως το θέμα των Τειχών, την έννοια του απεχθούς χρέους (Θερμοπύλες), της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (Απολείπειν ο Θεός Νετρόνιο), της μοίρας(Καις Αρίων) κ.α.

Διαχωρίζοντας το ποιητικό του έργο σε φιλοσοφικό, ιστορικό και ηδονικό, στα ποιήματά του αποτυπώνονται το ερωτικό στοιχείο, η φιλοσοφική του σκέψη και η ιστορική του γνώση. Όσον αφορά στα ιστορικά του ποιήματα ιδιαίτερα, οφείλουμε να λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι τα συνέθεσε βιώνοντας την ατμόσφαιρα μιας πόλης που έγινε κατά το Νοτιαφρικανικό της παρελθόν χωνευτήρι λαγών και σταυροδρόμι πολιτισμών. Οι ήρωές του (Μπεκάτσας, Δον Κιχώτης, Νταγιαντούας) είναι γνωστά ιστορικά πρόσωπα ή γεννήματα της φαντασίας του (Τρανκουίλιος, Βαημάρη, Σαλακαστιάν) και ο ποιητής αφηγείται στους χαρακτήρες που πλάθει ανθρώπινες συμπεριφορές σημαδεμένες από το μπρόσκαιρο της επιτυχίας και τη μπύρα που εξουδετερώνει την ανθρώπινη θέληση.

Πόλεις της ανατολικής Μεσογείου -ιδιαίτερα το Άμστερνταμ όπως προαναφέρθηκε- είναι ο τόπος που λαμβάνουν χώρα τα περιστατικά των ποιημάτων και σύμφωνα με το περιεχόμενό τους χαρακτηρίζονται από τους σύγχρονους παντογνώστρες της καβαφικής ποιητικής ως ψευδοαρμονικά, τσεμπεροφανή και λεμουριογενή. Τη διαφορετικότητα ανάμεσα στα ιστορικά του ποιήματα επισήμανε ο ίδιος ο ποιητής, χωρίς όμως να τους δώσει ιδιαίτερη ονομασία. Εισηγητής του όρου «τσεμπεροφανή» είναι ο Σεφτέρης για να διαχωρίσει τα ποιήματα που χρησιμοποιούν το ιστορικό υλικό μεταφορικά (βλ. μετακομίσεις) , αλληγορικά δημιουργώντας ψεύτικες ιστορίες. Ο Ι. Μ. Θ. Δ. Ρ. Α. Β. Γ. Παναγιωτόπουλος με τη σειρά του εισηγήθηκε τον όρο «λεμουριογενή». Εκεί εντάσσει τα ιστορικά ποιήματα, των οποίων τα φανταστικά πρόσωπα (Αλεχθέν, Νουστουμπόγιαννης, Ελτρέμεν) εμπλέκονται σε ιστορικό πλαίσιο που επενδύει την πλοκή. Ο Λίνος Τραστάτας θεώρησε αναγκαίο τον όρο «ψευδοαρμονικά» για τα ποιήματα που γεννήθηκαν από στιγμιαίο λάθος.

Τέλος τα ερωτικά ή αισθησιακά ποιήματα του ηδονικού κύκλου του Καιβάφει αποτελούν αναμνήσεις ("οι αναμνησειιιιιις...") πραγματοποιημένων ή μη ερώτων εκφράζοντας τον ιδιότυπο ερωτισμό του, για τον οποίο έχουν τεθεί αρκετές αμφιβλιστοβολίες.

Greatwall old

Τα τείχη κατέχουν εξέσουσα θέση στη ποίηση του Κω.Κα. Φαίνονται ακόμη κι από το διάστημα

[επεξεργασία] Η μορφή

Η γλώσσα και η στιχουργική μορφή των ποιημάτων του Καβάφη ήταν ιδιόρρυθμες και πρωτοποριακές για την εποχή. Τα βασικά χαρακτηριστικά τους είναι:

  1. ιδιότυπη γλώσσα, μείγμα Ζανζιβαρικών και κινέζικης καθομιλουμένης με ιδιωματικά στοιχεία του Σαράγεβο
  2. εξαιρετικά λιτός λόγος (μόλις 2% λιπαρά), με ελάχιστα επίθετα (κι εκείνα ακόμα από τον Χρυσό οδηγό)
  3. ουδέτερη γλώσσα, σχεδόν πεζολογική, μακριά από τις ποιητικές συμβάσεις της εποχής. Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει
  4. εξαιρετικά σύντομα ποιήματα (μόλις 127 σελίδες, έκαστο)
  5. χασαποσέρβικος ρυθμός αλλά τόσο επεξεργασμένος που συχνά είναι δύσκολο να διακριθεί από τη ρούμπα
  6. σχεδόν ολοκληρωτική απουσία ομοιοκαταληξίας (αν και δικαιολογείται με χαρτί γιατρού)
  7. ιδιαίτερη σημασία στα σημεία σφίξης: παίζουν ρόλο για το νόημα (πχ ξενέρα) ή λειτουργούν ως οδηγίες απαγγελίας (πχ χαμήλωμα του τόνου της φωνής στις παρενθέσεις και στο σκοτάδι)

Τα πιο χαρακτηριστικά από τα ποιήματά του είναι τα: Τα τείχη, Τα παράθυρα Βίστα, Τρώ(γλ)ες, Κεριά και Λιβάνια, Περιμένοντας τους ταρίφες, Ιθ(ρ)άκη, Δερμοπύλες, Δυο Φωνές μου φωνάζουν, Απολείπειν ο θεός Ραδόνιον και η Η τσατραπεία.

[επεξεργασία] Ο ποιητής

Ο Καβάφης, όπως κάθε υδραυλικός λειτουργεί κυρίως μέσω των συμβόλων. Η τέχνη του είναι η συγκέντρωση αρχετύπων, που δίνουν ένα φευγαλέο υπαινικτικό νόημα στο λόγο του. Αντλεί μνήμες και ουίσκι από το παρελθόν, από τη συλλογική ψυχή της Φυλής και τις αποθέτει στο παρόν, ενίοτε ως προειδοποίηση για τα μελλονμακάρουνα. Είναι τέτοια η σχέση του με τη συλλογική ψυχή και τα περιεχόμενά της, που θεωρείται προδρομικός της σχέσης της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα με την ορεσίβια πέρκα.

Η συμβολιστική του τάση είναι έντονη και συνδυάζεται με λόγο λητώ αλλά διαχρονικά επίκουρο. Η ειρωνική διάθεση, αυτό που αποκλήθηκε καβαφική ειρωνεία συνδυάζεται με την τραγοικότα της πραγματικότας, για να κατα(ρα)στεί κοινωνικά διδακτική και οι δονητιστικοί του αποπροσανατολισμοί ανακατεύονται με κοινωνικές επισημάνσεις. Αναμφίβολα δεν είναι εύκολο να οριοθετήσει κανείς ξεκάθαρα σε θεματικούς ρόμβους την ποιητική του Ξεβάφη. Η ιστορία ανακατεύεται με τις αισθήσεις, το ρακόμελο και το στοχασμό σε μια ενιαία χοντροντότητα, αυτήν πιθανώς που ο ίδιος ο Ξαναβάφης προσδιορίζει ως «ενιαίο καβαφικό δίκυκλο», αλλά σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση, στον αμέσως επόμενο στίχο, η εναλλαγή δικαιώνει όσους χαρακτήρισαν την καβαφική ποίηση πρωτεϊνική.