Κουραμπιές

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

“Πώς είσαι έτσι; Κουραμπιέ, ε κουραμπιέ!”

- Στυλάτος προς Ακουλάριστο

“Ε συγγνώμη αλλά αυτόν τον κουραμπιέ δεν τον ανέχομαι.”

- Αφεντικό προς συντόμως απολυμένο υπάλληλο

“Άχου το μωρέ το γουτσούνι. Είσαι το καραμελομπουρεκοζαχαρωτομελομακαρονοπαστιτσιοκουραμπιεδάκι μου, μωράκι μου!”

- Ερωτευμένο πιτσουνάκι προς άλλο πιτσούνι
Κουραμπιές

Από τότε που ανακαλύφθηκε η άχνη ζάχαρη οι άνθρωποι εφηύραν αυτά τα τραγανά, νοστιμότατα μπισκοτάκια που λιώνουν στο στόμα σαν λουκουμάδες. Τους φτιάχνει η μαμά και η γιαγιά και τα παιδιά πρέπει να ξεχωρίσουν τον καλύτερο έχοντας ως επιβράβευση έναν επιπλέον κουραμπιέ. Έτσι δεν μπορούν να πουν ψέματα. Λέγεται ότι πρωτοφτιάχτηκαν στον παράδεισο, αφού είναι παραδεισένιοι. Μάλλον θα τους έφτιαξε η Εύα σε μια προσπάθεια να γλυκάνει τον Αδάμ μετά από εκείνο το πικρό μήλο του Κερατά που τον ανάγκασε να καταπιεί. Άλλοι λένε πως αφού τους αποκαλούν παραδεισένιους θα πρέπει να τους έφτιαξαν κάποια πολύχρωμα παραδείσια πουλιά, όταν αντί για κουτσουλιά ένα εξελιγμένο είδος αφόδευσε άχνη ζάχαρη . Αυτή η θεωρία δεν είναι όμως ευρύτερα αποδεκτή αφού δεν εξηγείται πώς τα πουλιά βρήκαν τα υπόλοιπα συστατικά και τον φούρνο.

[επεξεργασία] Ο πληγωμένος κουραμπιές

Συνηθίζει να νιώθει μόνος και έρημος αμέσως μετά τα Χριστούγεννα αλλά και κατά την διάρκειά τους γιατί αισθάνεται κατώτερος από τα μελομακάρονα και τα κανταΐφια. Είναι που του λείπουν τα σιρόπια, άσε που μετά την πολυήμερη παραμονή στη πιατέλα η παραδείσια άχνη ζάχαρη έχει ξεσκονιστεί.

[επεξεργασία] Ενδεικτικές συνταγές

Βούτυρο (όσο θέλεις), αυγά (όσα έχεις) αλεύρι, ζάχαρη κλπ κλπ. Πειραματιστείτε, το πολύ πολύ να γίνει κουρα(δο)μπιές.