Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[επεξεργασία] Η αληθινή ιστορία

Η αλήθεια που κρύβεται πίσω από κάθε παραμύθι ή ιστορία, πολλές φορές είναι εντελώς διαφορετική ή και αντίθετη με την ιστορία. ‘Όπως ακριβώς και με το παραμύθι – ιστορία της Χιονάτης.

Η Χιονάτη ονομάστηκε έτσι γιατί είχε υπερβολικά λευκή επιδερμίδα. Αυτή η λευκότητα – ωχρότης, οφείλετο εις το γεγονός ότι η μικρή πριγκίπισσα ήτο ακόλαστος και μητρομανής, συνδυασμός που προκαλεί κατά την εγκληματολογία (καθηγητής Γαρδίκας) , ωχρότητα εις την επιδερμίδα.

Η ακόλαστη συμπεριφορά της οδήγησαν την καλή κατά τα άλλα μητριά της, στο να αποφασίσει να την ξεφορτωθεί. Διότι άνθρωπος ήταν και αυτή, δεν μπορούσε από το πρωί μέχρι το βράδυ να τρέχει να βρει με ποιον πηδιέται και σε ποιο σημείο του παλατιού η μικρή Χιονάτη, κάνοντας όλους ρεζίλι. «Δεν θα μας κάνει αυτή το βασίλειο, μπουρδέλο…» είπε, και έδωσε διαταγή σε έναν αυλικό να οδηγήσει την Χιονάτη στο δάσος και να την καθαρίσει. Του είπε: «Πήγαινε αυτή την τσούλα στο δάσος και καθάρισέ την...κανόνισέ την..»

Ο αυλικός όμως ήταν λίγο ευήθης – χαζούλης ή όπως λένε οι Ιταλοί «του έλειπαν κάποιες Παρασκευές» και δεν κατάλαβε πλήρως το νόημα των λέξεων της βασιλίσσης με δεδομένη την ακόλαστη συμπεριφορά της μικρής. Πήρε από το χέρι την Χιονάτη και την οδήγησε βαθιά μέσα στο δάσος εκεί που δεν πέρναγε κανείς, εκεί που δεν έβλεπε κανείς. Με ένα σφουγγάρι καθάρισε τα χέρια και τα πόδια της Χιονάτης που είχαν σκονιστεί από τον δρόμο. Και αφού την καθάρισε, κατέβασε το ατλαζένιο παντελόνι του, προκειμένου να ολοκληρώσει την διαταγή της βασίλισσας και να «κανονίσει» την πριγκιποπούλα Χιονάτη.

Η Χιονάτη, επειδή είχε περάσει η ώρα και η πεζοπορία μέσα στην φύση της είχε ανοίξει υπέρμετρα τις ακατονόμαστες ορέξεις, γδύθηκε με μιας και επιδόθηκε σε κάθε είδους ακολασία για πολλές ώρες και κατ' επανάληψιν. Στο τέλος ο αυλικός από το πολύ φίκι-φίκι, εντελώς εξαντλημένος λιποθύμησε σαν νεκρός. Η Χιονάτη τρόμαξε όταν τον είδε να μην ανασαίνει και να είναι ακίνητος. «Τον ξέκανα τον Χριστιανό...» σκέφτηκε και φοβήθηκε τις συνέπειες από την μητριά της. «Τσαντίζεται πολύ όταν παίζω ακόλαστα με τους αυλικούς, αλλά να τους ξεκάνω δεν θα το ανεχτεί και δεν θα μου το συγχωρήσει με κανένα τρόπο…» είπε, και βιαστικά έριξε τα ρούχα της επάνω στο γυμνό ακόλαστο και λευκό κορμί της και χώθηκε βαθύτερα στο δάσος – προς άγνωστη κατεύθυνση.

Ύστερα από κάμποσες ώρες ο αυλικός ξαναβρήκε την αναπνοή του και συνήλθε. Έβαλε το ατλαζένιο παντελόνι του, έδεσε την αγκράφα της ζώνης του και έψαξε να βρει την Χιονάτη θέλοντας να μάθει αν την είχε κανονίσει καλά ή αν θα έπρεπε να συνεχίσει. Η Χιονάτη όμως είχε εξαφανισθεί. ΄Έτσι αναγκάσθηκε να γυρίσει στο παλάτι και να πάει στην βασίλισσα για να δώσει αναφορά. «Μεγαλειοτάτη, την κανόνισα την πριγκίπισσα Χιονάτη, όπως με διατάξατε.» Και όταν η βασίλισσα τον ρώτησε «Πού είναι τώρα?» εκείνος της απάντησε «Εξαφανίστηκε εντελώς Μεγαλειοτάτη!» προς μεγάλη χαρά της βασίλισσας.

Xionati 7nn.png

Η Χιονάτη όμως ζούσε. Περπατώντας μέσα στο δάσος έφθασε σε ένα σπιτάκι στην μέση ενός ξέφωτου. Χτύπησε την πόρτα, δεν πήρε απάντηση, και ανοίγοντας μπήκε μέσα σε ένα μεγάλο δωμάτιο. Στην μέση υπήρχε ένα τραπέζι με εφτά μικρά καθίσματα. Γύρω - γύρω ήταν τοποθετημένα εφτά μικρά κρεβατάκια. Η Χιονάτη σκέφτηκε ότι εκεί έμεναν ή εφτά παιδιά ή εφτά μικροκαμωμένα άτομα αλλά δεν την ένοιαζε και πολύ. Είχε αποκάμει από την πεζοπορία αλλά και από τις ακολασίες που είχε κάνει προηγουμένως με τον αυλικό, και ήθελε να κοιμηθεί. Ένωσε τέσσερα κρεβατάκια και έγειρε να κοιμηθεί.

Αργότερα στο μικρό σπιτάκι επέστρεψαν οι εφτά νάνοι από την δουλειά τους. Την περιεργάστηκαν για αρκετή ώρα, μέχρι που ξύπνησε η Χιονάτη. Με χαρά είδε ότι οι κάτοικοι του σπιτιού δεν ήταν εφτά παιδιά αλλά εφτά μικρόσωμοι άντρες. Ήταν κοντοί, νάνοι, αλλά από ό,τι διέκρινε είχαν πλουσιότατα προσόντα … τα οποία φαινόντουσαν καθαρά καθώς ήταν σφιχτά δεμένα μέσα στα μικρά τους παντελονάκια. Η Χιονάτη απέκρυψε την βασιλική της καταγωγή και την έχθρα με την μητριά της, και ανέφερε ακροθιγώς τις σεξουαλικές της επιδόσεις, διευκρινίζοντας ότι δεν ήταν παρθένος όπως η Κοκκινοσκουφίτσα, αλλά είχε τις περιπέτειές της «σαν κάθε κανονικό κορίτσι…». Κάθισαν όλοι μαζί και συμφώνησαν για όλες τις λεπτομέρειες της νέας τους κοινής ζωής. Εκείνη θα έμενε στο σπίτι, θα το καθάριζε και θα το συγύριζε, άντε να έπλενε και κανένα ρούχο, και θα έφτιαχνε κανένα φαγητό για όλους. Αυτοί πάλι θα δούλευαν, θα της αγόραζαν ό,τι ήθελε και θα της ικανοποιούσαν τις ορέξεις της – οι οποίες όπως εμείς ξέρουμε, ήταν ακόλαστες.
Snow-21.jpg
Για αυτό η ιστορία μιλά για εφτά νάνους – έναν ξεχωριστά για κάθε μέρα της εβδομάδας. Όμως η Χιονάτη διατηρούσε το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει και παραπάνω. Έλεγε δηλαδή «Έλα Τετάρτη είναι η μέρα σου….. Αλλά για να θυμηθούμε τι κάναμε και την Τρίτη…. Α! Ναι! Και να προγραμματίσουμε και την Πέμπτη!» Τόσο ακόλαστη και αχόρταγη ήταν. Πολλές φορές μάλιστα, ταυτόχρονα χρησιμοποιούσε πέντε νάνους - ο ένας που ήταν η μέρα του, είχε την θέση του κανονικά, ο χθεσινός πήγαινε πίσω, ο αυριανός μίλαγε με την τύχη του στο στόμα της, και οι άλλοι δύο είχαν αποθέσει τις τύχες τους στα χέρια της. Είχε τους δύο που περίσσευαν σε κατάσταση αναμονής, να αντικαταστήσουν όποιον τα έφτυνε πρώτος.

Η Χιονάτη έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Καθημερινά όση ώρα ησχολείτο με την τακτοποίηση και την προετοιμασία, σκεφτόταν τραγουδώντας ποιες νέες ακολασίες θα επέβαλε στους μικροκαμωμένους συγκατοίκους της. Για πολύ καιρό λοιπόν, πετούσε καθημερινά στους εφτά ουρανούς. Αλλά οι συνεχείς καταχρήσεις άρχισαν να καταβάλλουν σωματικά τους νάνους. Ένιωθαν κομμένα τα πόδια τους, ήταν ξεμεσιασμένοι, και ξεκουραζόντουσαν στην πραγματικότητα μόνον όταν δούλευαν. Η Χιονάτη πάλι φρόντιζε να τους ετοιμάζει πολλά και άφθονα αφροδισιακά φαγητά, ώστε να καρδαμώνουν πριν τις ακολασίες της, και να αντεπεξέρχονται πλήρως στις αδηφάγες και διαρκώς αυξανόμενες ορέξεις της.

Ώσπου μια μέρα έγιναν δυο ανεπάντεχα και καθοριστικά γεγονότα. Η Χιονάτη είχε ετοιμάσει ένα πλούσιο γεύμα με στρείδια και σαμπάνια, και για επιδόρπιο είχε γιαούρτι με μέλι και καρύδια. Οι νάνοι με αυτές τις εξόχως αφροδισιακές τροφές, νταβράντωσαν στο έπακρο και όρμησαν όλοι μαζί δείχνοντας στην Χιονάτη το τι εστί βερίκοκο. Επί ώρες εμάλαζαν, έπαιζαν και εχειρίζοντο ποικιλοτρόπως το καυτό ακόλαστο και ωχρό κορμί της, μέχρις ότου η Χιονάτη, δεν άντεξε και νοιώθοντας επιτέλους μια λιγωμάρα και ένα σβήσιμο, έπεσε ξερή και λιποθύμησε. Οι επτά νάνοι, επάνω στο φόρτε του ντοπαρίσματός τους, εξακολουθούσαν να την πιλατεύουν για ώρα ακόμη, έστω και αν ήτο απόλυτα ακίνητη, μέχρι που απόκαμαν και εκείνοι εντελώς. Η Χιονάτη όπως είπαμε, ήταν ακίνητη και δεν ανέπνεε. Οι νάνοι τρόμαξαν και νόμισαν ότι της έκαναν πολύ «τάνι – τάνι – μέχρι να πετάνει » και έβαλαν τα κλάματα. Την έπλυναν, της έβαλαν το μπέιμπι ντόλ της και την ξάπλωσαν επάνω στο μεγάλο τραπέζι.

Καθώς έκλαιγαν, ένας καβαλάρης έφθασε στο σπίτι και μπήκε μέσα. Είδε την Χιονάτη ξαπλωμένη στο τραπέζι με το διάφανο νυχτικό της να της δείχνει περισσότερο παρά να της κρύβει τα κάλλη. Ήταν διψασμένος και πεινασμένος από τον δρόμο και η πολλή ιππασία του είχε πρήξει τα μπαλάκια – δεν ήθελε περισσότερο για να νιώσει μία φούντωση – μια φλόγα με το θέαμα εκείνο του στρωμένου τραπεζιού. Έσκυψε, την χάιδεψε στα στήθη και στην πεταλουδίτσα της και την φίλησε στα χείλη. Η Χιονάτη εκείνη την στιγμή καθώς ένιωσε τα διαφορετικά και μεγαλύτερα χέρια να την χαϊδεύουν και τα διαφορετικά μεγαλύτερα χείλη να την φιλούν, συνήλθε αμέσως αναλογιζόμενη ότι κάτι διαφορετικό την περίμενε. Και πραγματικά μπροστά της είδε ό,τι ονειρεύεται κάθε κοπέλα διαχρονικά. Ένας άντρας, νέος και όμορφος, πλούσιος – καθότι πρίγκιπας - και με δικό του μεταφορικό μέσον – άλογο!

Οι νάνοι ξετρελάθηκαν από την χαρά τους γιατί δεν την είχαν «πετάνει» Συνεννοήθηκαν αμέσως με τα μάτια τους και ξεφούρνισαν στον καβαλάρη το παραμύθι όπως το ξέραμε μέχρι χθες, χωρίς να αναφερθούν στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της Χιονάτης, περί ακόλαστης συμπεριφοράς, σεξομανίας κ.λ.π. και τον προέτρεψαν να την παντρευτεί. Εκείνος, νομίζοντας πως θα έκανε την τύχη του γιατί βρήκε κορίτσι από σπίτι και ιδανικό για να ανοίξει το δικό του σπίτι, την παντρεύτηκε και έφυγαν μακριά.

Τώρα οι νάνοι, έχασαν βέβαια το καθημερινό εξαντλητικό φίκι – φίκι αλλά βρήκαν την ησυχία τους αφού είχαν ρέψει από τις ακολασίες και είχαν και κάποια ηλικία από ότι ξέρουμε. Ο καβαλάρης και η Χιονάτη άνοιξαν πράγματι σπίτι, δηλαδή έναν μεγάλο Οίκο, όπου η Χιονάτη το διαφέντευε έχοντας τριακόσιες εξήντα πέντε κοπέλες στην δούλεψή της. Εκείνη τις ξεκούραζε κάνοντας όλα τα ρεπό τους – δηλαδή δούλευε σκυλίσια, εικοσιτέσσερις ώρες την ημέρα, όλο τον χρόνο – γιατί εύρισκε όπως έλεγε, την ευτυχία μέσα την δουλειά.

Και ζήσαμε εμείς καλά και αυτή πολύ καλύτερα – ακριβώς όπως το ήθελε.