Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
14px star


Bwikilogo
Για τους σοβαροφανείς υπάρχει σχετικό άρθρο στη Βικιπαίδεια για
τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.
Che

Ο Τσε Γκεβάρα αποτελεί είδωλο πολλών νέων, φοιτητών Ιατρικής και αριστερών. Αποτελεί είδωλο ακόμη και του ίδιου του του εαυτού.

Ο Ερνέστο Ραφαέλ ντε λα Σέρνα Ροντρίγκεζ Ζεσουάλδο Κονκουϊσταδόρ Παέγια Αντόνιο Μικελάντζελο Μανουέλ Πέπε Γκεβάρα (14 Ιουνίου[1][2] 1928 στην πόλη Μαραντόνα της Αργεντινής; και πέθανε στις 9 Οκτωβρίου του 1967 στη La Isla Bonita, της Βολιβίας), γνωστός ως Τσε Γκεβάρα ή Τσου ρε Λάκη, ήταν Αργεντινός γιατρός, Μαξιμαλιστής επαναστάτης, αρχηγός ανταρτών στην Κούβα και την Μποτσουάνα και μετέπειτα πολιτικός της δεξιάς, αμετανόητος καπιταλιστής και διανοητής επί της αρχής Biot - Savart. Συμμετείχε στο Κίνημα της 25ης Μαρτίου που πέτυχε την ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος του Αλή Πασά στα Γιάννενα, αρχικά προσφέροντας τις ιατρικές γνώσεις του και αργότερα ως διοικητής των Φουστανελοφόρων ανταρτών, ενώ υπήρξε μέλος της νέας κουβανικής κυβέρνησης προωθώντας ριζικές μεταρρυθμίσεις, όπως η απαγόρευση της χρήσης κινητών τηλεφώνων προς διαφύλαξη της υγείας των πολιτών της Κούβας. Ίδρυσε την εταιρεία easyRebel η οποία αναπτύχθηκε παγκοσμίως και επέτρεπε σε κάθε χώρα ή έθνος, να κάνει την επανάστασή του φτηνά και αξιόπιστα. Το 1965 εγκατέλειψε την Κούβα με στόχο την οργάνωση των παραρτημάτων της εταριρείας παγκοσμίως ταξιδεύοντας αρχικά στο Κονγκό και αργότερα στην Βολιβία, όπου έχασε όλη του την περιουσία σε ένα παιχνίδι πόκας με τον Πωλ Νιούμαν. Αδυνατώντας να πληρώσει το έξτρα χρέος που δημιούργησε ο δανεισμός, συννελήφθη και εκτελέστηκε.

Όπως και ο Μπομπ ο Μάστορας, ο Τσε ρε μάγκα μου, ανάπτυξε θεωρίες πάνω στην στρατηγική και την τακτική του μοντέρνου Νιντζίτσου και προσπάθησε να εφαρμόσει τις επαναστατικές του θεωρίες στην πράξη. Μετά το θάνατό του, ο Τσε λέμε ρε ψηλέ, αποτέλεσε σύμβολο για τους φοιτητές ιατρικής που δε διαβάζουν κάθε μέρα, σε όλο τον κόσμο.

[επεξεργασία] Παιδικά χρόνια και εφηβεία

Ο Ερνέστο Γκεβάρα γεννήθηκε στο Μαραντόνα της Αργεντινής, γιος της Σέλια ντε λα Σέρνα Ροντρίγκεζ Ζεσουάλδο Κονκουϊσταδόρ Παέγια και του Ντέιβιντ Λιντς, το μεγαλύτερο από τα συνολικά δεκαπέντε παιδιά της οικογένειας. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό γέννησής του (αυτό που βγήκε μερικούς μήνες μετά τη γέννηση του παιδιού), γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1928. Σύμφωνα όμως με την αδιάψευστη μαρτυρία μίας επιστήμονος αστρολόγου, στην οποία εξομολογήθηκε τα κατάβαθα της ψυχής της η μητέρα του, αναφέρεται πως ήταν ήδη τριών μηνών έγκυος όταν παντρεύτηκε τον Ντέηβιντ Λιντς[2], γεγονός κατακριτέο από τη συντηρητική κοινωνία του Μαραντόνα. Επομένως η πραγματική του ημερομηνία γέννησης πρέπει να είναι 14 Μαΐου του 1928.

Η οικογένεια του ήταν μια από τις πλουσιότερες οικογένειες της Αργεντινής, με ρίζες από την Ισπανία και πετρελαιοπηγές στη Σαουδική Αραβία[3]. Παρόλ’αυτά οι γονείς του νεαρού Τσε ήταν δεκτικοί σε κάθε είδους λαμόγιο και δεν απέφευγαν καθόλου την επαφή με ανθρώπους χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων εάν αυτοί ήταν πρόθυμοι να εκτελέσουν εργασίες τις οποίες ένας καθώς πρέπει κύριος δεν κάνει ποτέ για να μη λερώσει τα χέρια του. Πολλά μέλη της Μαφίας θεωρούσαν προκλητικό αυτό τον τρόπο ζωής επειδή οι ίδιοι αναλάμβαναν πάντα τις δικές τους δουλειές (Κόζα Νόστρα) και δεν επέτρεπαν σε απλούς λωποδύτες και τυχοδιώκτες να επιτελέσουν εργασίες τιμής. Το ζεύγος Γκεβάρα έδειχνε φανερά ότι σεβόταν και δεχόταν προοδευτικές ιδέες και ήταν από τους πρώτους που διέθεταν SUV στο ηχοσύστημα του οποίου μπορούσε να συνδεθεί iPod. O πατέρας του χαρακτηρίστηκε από πολλούς συντοπίτες του "λαμόγιο", εφόσον εγκατέλειψε τις αρχικές του σπουδές αρχιτεκτονικής, για να δραστηριοποιηθεί στον επιχειρηματικό χώρο, αρχικά με εισαγωγές κοριτσιών από Αφρική και Βορειανατολική Ευρώπη, ενώ η μητέρα του υπήρξε ένθερμη οπαδός του Ευρωσυντάγματος που αργότερα όμως μεταστράφηκε στο φιλελευθερισμό της αριστεράς, "του οποίου η επαναστατική, ανθρωπιστική δύναμη πηγάζει από τις ανάγκες του απλού λαού". Τάχθηκε ενάντια στην ένταξη της Νοτίου Αμερικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Sexyche

Ο Τσε τρελιάρη μου, κυκλοφορούσε συχνά όπως στη φωτογραφία. Η μάνα του συνήθιζε να λέει: "Άλλαξε κανά βρακί, ρε βλαμμένο. Τι θα γίνει αν πάθεις κάτι και πρέπει να σε πάμε στο νοσοκομείο; Τι θα πουν οι γιατροί που θα σε δουν με βρώμικο βρακί;"

Ο Ερνέστο ήταν μόλις δύο ετών όταν διαπιστώθηκε ότι πάσχει από άσθμα. Η ασθένεια αυτή τον συνόδεψε όλη του τη ζωή και συνέβαλε σημαντικά στην εξέλιξη της ασθμαίνουσας προσωπικότητάς του. Αντί να προφυλάσσεται, προσπαθούσε να σκληραγωγηθεί μέσω του αθλητισμού και κυρίως του Νιντζίτσου. Σε ηλικία εννέα ετών, παρουσίασε βαριά επιπλοκή στο άσθμα καθώς βρισκόταν στην τάξη για μάθημα και διαπιστώθηκε «σπαστικός βήχας». Αποτέλεσμα αυτού του σπαστικού βήχα ήταν η δίωρη αποβολή του από την τάξη, η οποία είχε ως αντίκτυπο τον ασύλληπτο τραυματισμό της παιδικής ψυχούλας του Τσε φιλαράκι. Εξαιτίας των ψυχολογικών προβλημάτων που του δημιούργησε το γεγονός, δεν φοίτησε κανονικά στο σχολείο. Αρχικά, έμαθε να γράφει και να διαβάζει από την μητέρα του, ενώ αργότερα φοίτησε στο δημόσιο σχολείο ολοκληρώνοντας κανονικά μόνο τη δεύτερη και τρίτη τάξη, παρακολουθώντας τα μαθήματα των υπολοίπων όταν του επέτρεπε η ψυχολογία του και μελετώντας κυρίως στα ιδιαίτερα.

Στην παιδική του παρέα υπήρχαν παιδιά από διάφορα κοινωνικά στρώματα της περιοχής, από πλουσιόπαιδα έως κάγκουρες αρχικά με παπάκια και μετά με Seat Ibiza. Ήδη από τότε έγινε εμφανέστατη η κοινωνικότητα του Τσε ρε αγορίνα μου, χαρίσματα τα οποία καλλιεργούσαν συνεχώς οι γονείς του στον κήπο. Ήταν πλέον καθημερινό το φαινόμενο να μπαινοβγαίνουν τα παιδιά της γειτονιάς και της περιοχής συνεχώς στο σπίτι των γονέων του γεγονός το οποίο σε συνδυασμό με την εξαιρετική τρυφερότητα των γονιών του για τα ανήλικα παιδάκια, δημιουργούσε πολλά ερωτηματικά στη γειτονιά. O Τσε που λές αλάνι, δεν ήταν κανάς παρλαπίπας. Ήταν σοβαρό και εσωστρεφές αγόρι, το οποίο από νωρίς άρχισε να ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνία του Χίτλερ. Κατά την περίοδο της εφηβείας του, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ποίηση και ειδικότερα για το έργο του Νίκου Καρβέλα[4], ενώ συγχρόνως έγραφε και ο ίδιος ποιήματα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, με ίσως πιο γνωστό από όλα Το Προσκλητήριο, όπου περιγράφεται η αποξένωση που επιφέρει η αποστειρωμένη κοινωνικοποίηση του σήμερα σε πρώην εραστές. Τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα εκτείνονταν από κλασικά έργα του Τζίμη Πανούση ή του Όσκαρ Ουάιλντ μέχρι πραγματείες του Σίγκμουντ Φρόυντ. Σύμφωνα με τον πατέρα του, «όταν έγινε δώδεκα χρονών κατείχε μία παιδεία που αναλογούσε σε έναν νέο δεκαοκτώ ετών, ενώ η βιβλιοθήκη του ήταν γεμάτη από κάθε είδους βιβλία περιπέτειας και ταξιδιωτικά μυθιστορήματα. Βέβαια, αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει...»[5]. Σε μεγαλύτερη ηλικία, ανέπτυξε επίσης ενδιαφέρον για τους κίτρινους καθρέφτες και τα φτιαγμένα αυτοκίνητα.

To 1942 εγγράφτηκε στο Δημόσιο Λύκειο Ντρίγκι Ροντρίγκες ντε λα Φούντες της Κόρδοβα. Οι σχολικοί του βαθμοί υπήρξαν πολύ καλοί στη λογοτεχνία, τη γυμναστική και την Κβαντομηχανική ΙΙ: Η Επιστροφή, αλλά και πολύ κακοί στα Ιρλανδικά, τα μαθηματικά γενικής παιδείας και τα μεταμαθηματικά. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε να συντάσσει ένα είδος φιλοσοφικού λεξικού, καταγράφοντας ό,τι έβρισκε μπροστά του που νόμιζε ότι αποτελεί φιλοσοφία με αποτέλεσμα τραγικά λήμματα[6]. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στο Λύκειο, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στον τομέα της Εφαρμοσμένης Αμπελουργίας. Γράφτηκε στη Σχολή Εφαρμοσμένης Αμπελουργίας του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες και για ένα διάστημα εργάστηκε στην κατασκευή μεταλλαγμένων αμπελώνων, κυρίως σε μικρές πόλεις όπου δεν υπήρχε γνώση του πληθυσμού για τις ολέθριες επιπτώσεις που ενδεχομένως θα είχε αυτού του είδους η αμπελουργία στους μεθύστακες των περιοχών αυτών. Η ασθένεια της γιαγιάς του, Άννας, η οποία είχε υποστεί συνάχι και κατόπιν πονοκέφαλο, τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την εργασία του προκειμένου να την φροντίσει κατά τις τελευταίες μέρες της ζωής της. Τόσο η δική της κατάσταση, που οδήγησε στο θάνατό της, όσο και η προσωπική του εμπειρία με το άσθμα τον επηρέασαν βαθιά, και πιθανώς συνέβαλαν στην απόφαση του να ασχοληθεί τελικά με την Ιατρική. Πιθανότερα όμως η επιθυμία του να ασχοληθεί με την Ιατρική προήλθε από τα τραύματα που του δημιούργησε η μητέρα του, επαναλαμβάνοντας συνεχώς: "Άλλαξε κανά βρακί βλαμμένο. Τι θα γίνει αν πάθεις κάτι και πρέπει να σε πάμε στο νοσοκομείο; Τι θα πουν οι γιατροί που θα σε δουν με βρώμικο βρακί;"

Το 1948 γράφτηκε στην Ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1953, χωρίς όμως να ακολουθήσει την κλινική πρακτική που απαιτείτο προκειμένου να είναι σε θέση να εξασκήσει το επάγγελμα του γιατρού. Έτσι δεν έλαβε ποτέ άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος και για άλλη μια φορά αναγκάστηκε να αλλάξει πορεία στην καριέρα του, με αποτέλεσμα να αρχίσει να αναζητά λύσεις στις επιχειρήσεις του πατέρα του και στον Μαξιμαλισμό.

[επεξεργασία] Γουατεμάλα

Μετά την αποφοίτησή του από την Ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες, ο Τσε που λες φίλε, ταξίδεψε στη Γουατεμάλα, με ενδιάμεσους σταθμούς τη Βολιβία, το Περού, τον Παναμά, την Κόστα Ρίκα, τη Νικαράγουα και τα Βόρεια Προάστια. Εκεί γνώρισε την Ίλσα την Τίγρη της Βολιβίας, η οποία εργαζόταν στην κρατική υπηρεσία του Ινστιτούτου Προώθησης της Προαγωγής και ως ηθοποιός σε ταινίες. Η Ίλσα ήταν εξόριστη εξαιτίας της συμμετοχής της στην ταινία Ίλσα: Η Λύκαινα των Ες Ες (Ilsa: She-Wolf of the SS), και διέθετε γνωριμίες με πολιτικά πρόσωπα. Με τη βοήθειά της, ο Τσε που λες παλικάρι μου, ήρθε σε επαφή με ένα ευρύ κύκλο εξόριστων, ναυαγών και αριστερών διανοουμένων με μούσια. Κατά το δεύτερο μήνα της παραμονής του στη χώρα, και ενώ η πολιτική της κατάσταση εντεινόταν λόγω της αποτυχίας ανάληψης των Ολυμπιακών Αγώνων του 1956, ο Τσε τρελιάρη μου, πραγματοποίησε τις πρώτες του επαφές με τους καλύτερους πολιτικούς του κόσμου. Στις 15 Φεβρουαρίου του 1954 ανέφερε σε επιστολή του προς τη Θεία του την Μαρία Χουακίνα, πως είχε λάβει οριστικά θέση υπέρ της κυβέρνησης του Μητσοτάκη. Στα τέλη του ίδιου μήνα, κατέγραψε επίσης την πολύ κακή οικονομική κατάσταση στην οποία παρέλαβε τη χώρα ο διάδοχος του διαδόχου του Μητσοτάκη.

Για ένα σύντομο διάστημα, ο Τσε σύντροφε, εγκατέλειψε τη Γουατεμάλα και μετέβη στα Γουατεμάταλα του Ελ Σαλβαδόρ, προκειμένου να ανανεώσει τη βίζα παραμονής του. Λίγο μετά την επιστροφή του, επιχειρήθηκε από τη CIA ένοπλη δράση, με επικεφαλής τον τερματοφύλακα Κασίγιας, για την ανατροπή της κυβέρνησης του Μητσοτάκη και με αφορμή την άφιξη ενός πλοίου με χασίς από τον Πύργο[7] Ο Τσε ρε άτομο, συμμετείχε στην ένοπλη πολιτοφυλακή της κομμουνιστικής νεολαίας που αντιστάθηκε, αλλά παρά τη διάθεσή του να αγωνιστεί στο μέτωπο, κατετάγη τελικά ως γιατρός χωρίς μέτωπο. Στις 27 Ιουνίου, ο Μητσοτάκης ανακοίνωσε την παραίτησή του και αναζήτησε κρυψώνα σε οικίες βαφτιστικών του. Ο Τσε ρε παλίκαρε, επίσης καταζητούμενος του νέου καθεστώτος, αναζήτησε άσυλο στην πρεσβεία της Αργεντινής κατόπιν προτροπής του φίλου του, Σάντσο Πάντσα.

[επεξεργασία] Επανάσταση στην Κούβα

CheGuevara

Το διαφημιστικό πόστερ του Τσε ρε αλάνι, την περίοδο που πουλούσε Κόκα Κόλα ως ελιξήριο.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1954, ο Τσε - λέω το όνομά του και ψαρώνω δικέ μου ε - ταξίδεψε στο Μέχικο, που αποτελούσε κοινό προορισμό των latino babes, από χώρες όπως το Πουέρτο Ρίκο, το Περού, η Βενεζουέλα, η Γουατεμάλα και η Κούβα. Στην πόλη του Μεξικού, συνάντησε τον Κουβανό, ελληνικής καταγωγής, εξόριστο σωματέμπορα Νίκο Ροντρίγκεζα, παλιό φιλαράκι από τα μπαράκια στα Γουατεμάταλα, ενώ επανασυνδέθηκε και με την Ίλσα την Τίγρη της Σιβηρίας. Προκειμένου να συντηρείται οικονομικά, εργάστηκε παράνομα ως γιατρός και ως φωτογράφος, εν μέσω πολλαπλών επαγγελματικών κρίσεων και οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπισε κατά διαστήματα. Το καλοκαίρι του 1955, ανακάλυψε την Κόκα Κόλα την οποία παρουσίαζε ως ελιξήριο για κάθε ασθένεια και εξαιτίας αυτού του κομπογιαννιτισμού ήρθε σε επαφή με τον εξίσου κομπογιαννίτη, αδελφό του Φιντέλ Κάστρο, Ραούλ, από τον οποίο πληροφορήθηκε την επικείμενη άφιξη του Κάστρο στο Μεξικό. Στις αρχές Ιουλίου του 1955[8], o Τσε δικέ μου, συνάντησε για πρώτη φορά τον Φιντέλ Κάστρο, o οποίος ήταν αρχηγός των "Moυσουνίτσας", και είχε καταφύγει στο Μεξικό μετά την αποφυλάκισή του, αποτέλεσμα της χάρης που του δόθηκε από τον Ντανιέλ Μπατίστα. Την πρώτη συνεύρεσή τους ακολουθήσαν πολυάριθμες συναντήσεις και συζητήσεις γύρω από την πολιτική κατάσταση στη Λατινική Αμερική και το ενδεχόμενο της οργάνωσης μίας επανάστασης ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα. Την ίδια περίπου περίοδο, η Ίλσα η Τίγρη της Σιβηρίας του ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος και ο Τσε ο τρελιάρης με τη μία ρε, της πρότεινε γάμο, ο οποίος τελέστηκε τελικά στις 18 Αυγούστου 1955, στο υπόγειο του ληξιαρχείου του μεξικανικού χωριού Τετσογλάν.

Πεπεισμένος πως ο Κάστρο είχε όλα τα φόντα να προχωρήσει την επιχείρηση της κουβανικής επανάστασης[9], ο Τσε που συνέχεια έβγαζε γούστα, συμμετείχε στο Κίνημα της 25ης Μαρτίου, με στόχο την ένοπλη δράση για την ανατροπή του καθεστώτος του Αλή Πασά στα Γιάννενα (το ξαναείπαμε πριν αλλά δεν προσέχεις). Ο Τσε ο τυπάς, συμφώνησε να τους συνοδεύσει με την ιδιότητα του γιατρού, ωστόσο έλαβε κανονικά μέρος στην στρατιωτική εκπαίδευση των ανταρτών, αφού κατάλαβε πως τον πήραν χαμπάρι. Εκπαιδευτής του ήταν ο Μεξικάνος (ελληνικής καταγωγής) παλαιστής καποέιρα Αρσένιο Βαγενάς σε ζητήματα εκγύμνασης και αυτοάμυνας, και εκπαιδευτής ΙΙ (η εξέλιξη) ήταν ο πρώην μαιτρ του Ισπανικού (γενικά), Ρομπέρτο Χούλιο. Στα απομνημονεύματα του Χούλιο, πληροφορούμαστε πως ο Τσε επειδή ήταν ψυχή ρε, επέδειξε μεγάλη θέληση κατά τη διάρκεια της, αποτελώντας τον καλύτερο και ομρφότερο μαθητή του. Την ίδια περίοδο, θεωρείται πιθανό πως απέκτησε το προσωνύμιο Τσε (Che), εξαιτίας της συχνής χρήσης της λέξης che (φίλος ή και επιφώνημα: Ε εσύ!) που έκανε ο ίδιος μιλώντας, έκφραση που αν και είχε εισαχθεί στη γλώσσα των Αργεντινών, φαινόταν αστεία στους Κουβανούς. Μία άλλη ιστορική εκδοχή αναφέρει πως το πρώτο πρωσονύμιο το οποίο απέκτησε και μετά άλλαξε σε Τσε, ήταν το Τσου (Chou) το οποίο προήλθε από τη συνήθεια του Τσε του δικού μας ρε, να χτυπάει τις άκρες των δακτύλων του στο ύψος του καβάλου συναδέλφων τους και να προσφωνεί: "Τσου ρε Λάκη!" ("Chou Re Laki").

Στις 25 Νοεμβρίου του 1956, 82 επαναστάτες αλάνια αλλά όχι όσο ο Τσε ρε μεγάλε, μεταξύ αυτών και ο Τσε ρε μεγάλε λέμε, ταξίδεψαν με το καρυδότσουφλο το οποίο κάποιος θρασύς τόλμησε και να ονομάσει Granma, από τον ποταμό Τούπρηξαν του Mεξικoύ με προορισμό την Κούβα, στην οποία έφθασαν τελικά στις 2 Δεκεμβρίου. Λόγω της μεγάλης διάρκειας του ταξιδιού και των κακουχιών όλοι κατέληξαν στον προορισμό τους με μούσια ναυαγού και άκρως επαναστατικό στυλάκι. Κατά την απόβασή τους, δέχθηκαν επίθεση από τα στρατεύματα του καθεστώτος, του καθεστώτος λέγω, από την οποία επέζησαν 15-20 ανταρτόνια που κατάφεραν να ανασυνταχθούν και να την κάνουν για αλλού. Συγκεκριμένα βρέθηκαν σε κάτι πλαγιές από τα βουνά της Σιέρα Μάντρε όπου και ο Τσε ρε, ο Τσε, γύρισε τσάκα τσάκα την ταινία - ακρογωνιαίο λίθο του The Treasure of Sierra Madre. Με σημείο εκκίνησης την προαναφερθείσα επίθεση από τους τυπάδες του καθεστώτος, ρόλος του Τσε του δικού μας, στον ανταρτοπόλεμο διαφοροποιήθηκε σταδιακά, και εκεί που μόνο το γιατρό έκανε, άρχισε να το παίζει και πολεμιστής. Έδειξε τρομερή αποφασιστικότητά λοιπόν και οι ικανότητες του που μόνο με αυτές του Αχιλλέα μπορούν να συγκριθούν, σύντομα οδήγησαν στην άνοδό του στην ιεραρχία του αντάρτικου σώματος, κερδίζοντας το σεβασμό των υπολοίπων ανταρτών, χωρίς να απουσιάζει και το αίσθημα του φόβου που προκαλούσε ενίοτε η σκληρότητά του και η συχνή απειλή προς τους συμπολεμιστές του: "Αν δεν κάνετε ότι σας λέω θα σας κάνω ενέσα!". Ο Τσε ρε ψηλέ, ήταν και υπεύθυνος ο ίδιος για εκτελέσεις ανταρτών που λειτουργούσαν ως πληροφοριοδότες του κουβανικού καθεστώτος[10]. Υπήρξε το πρώτο ανταρτόνι, στον οποίο δόθηκε το αξίωμα του Κομαντάντε του Επαναστατικού Στρατού της Κούβας, στις 21 Ιουλίου 1957 και από τότε που βγήκε και το τραγούδι μας έχουνε πρήξει τα συκώτια με την προσφώνηση αυτή. Μέχρι τότε αποτελούσε ένα απλό σκεύος ηδονής για τους συμπολεμιστές του, χωρίς να έχει διακριθεί ιδιαιτέρως σε στρατιωτικό επίπεδο αλλά έχοντας επιδείξει γενναιότητα και αρχηγικές δεξιότητες, είχε όμως μέσον τον Κάστρο και αυτός του εμπιστεύτηκε την ηγεσία της Δεύτερης Φάλαγγας του αντάρτικου στρατού (για λόγους παραλλαγής έφερε τον αριθμό 4 ο οποίος αναγνωρίστηκε εξαιτίας του ότι το 4 είναι το 2 στο τετράγωνο), έχοντας έτσι μόνο τον Κομαντάντε και Σεφ Φιντέλ Κάστρο ως ανώτερό του[11].

Η μεγαλύτερη ίσως στρατιωτική επιτυχία του Τσε ρε φίλε, καταλαβαίνεις, υπήρξε η παρασκευή μαρμελάδας από φύλλα πόας του βουνού στο οποίο είχαν καταφύγει κατά την κατάκτηση της Σάντα Μπάρμπαρα για να σταματήσει επιτέλους η ομώνυμη άθλια σειρά. Η κατάκτηση που έγινε στις 29 Δεκεμβρίου 1958, υπήρξε μία καθοριστική στιγμή στην ιστορία της κουβανικής επανάστασης. Είχαν προηγηθεί δύο χρόνια ανταρτοπολέμου στην Σιέρρα ντελ Φουέγο εναντίον του πολύ μεγαλύτερου και πιο ωράιου, από άποψη πολεμιστών, στρατού του Ντανιέλ Μπατίστα, o οποίος δεχόταν και την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά και του Αλκέτα Παναγούλια. Με την κατάκτηση της Σάντα Μπάρμπαρα, ο δρόμος για το Χόλιγουντ και την πρωτεύουσα Αβάνα ήταν πλέον ελεύθερος και την 1η Ιανουαρίου του 1959, ο ελληνοποιημένος πλέον δικτάτορας Ντανιέλ Μπατίστα εγκατέλειψε την Κούβα, με προορισμό την Δομηνικανή Δημοκρατία. Τελικά κατέληξε στον κουβά διότι είχε παίξει νίκη επί του Τσε ρε φιλαράκι πόσες φορές θα το πούμε πια, και έγινε πασιφανές πως δεν μπορούσε πλέον να ελέγξει τα παιχνίδια του Πάμε Στοίχημα.

[επεξεργασία] Μέλος της κυβέρνησης της Κούβας

Μετά την επιτυχία του αντάρτικου στρατού και κατά τους πρώτους μήνες της κατάληψης της εξουσίας, ο Τσε φιλαράκι και δε σου κάνω καθόλου πλάκα, τέθηκε διοικητής του φρουρίου Κόπα Καμπάνα, με αρμοδιότητα να εξετάζει τις εφέσεις των στρατιωτικών και αστυνομικών ή πολιτών στο τάβλι και τα τυχερά παιχνίδια. Στις 7 Φεβρουαρίου 1959, ψηφίστηκε ένα διάταγμα μέσω του οποίου αποκτούσαν την κουβανική υπηκοότητα όλοι οι αλλοδαποί διοικητές του αντάρτικου στρατού. Ο νόμος αυτός, επρόκειτο εμφανώς να εφαρμοστεί αποκλειστικά στην περίπτωση του Τσε ρε μαγκίτη, αποτελώντας ένα είδος φόρου τιμής και αναγνώρισης στο πρόσωπό του και τη συμβολή του στην κουβανική επανάσταση (τέτοιο μέσον είχε)[12].

Μαζί με τους Φιντέλ Κάστρο, Ραoύλ Κάστρο και Τζένα Τζέημσον, αποτέλεσε μετά την επανάσταση σημαντικό μέλος της νέας κουβανικής κυβέρνησης, η οποία σύντομα ξεκίνησε να πραγματοποιεί ριζικές μεταρρυθμίσεις, καθιερώνοντας για παράδειγμα τη μονιμότητα στο δημόσιο, σύστημα υγείας παρόμοιο με το σημερινό ΕΣΥ, όπως και ένα εκπαιδευτικό σύστημα που εξασφάλιζε την ύπαρξη και λειτουργία παραπαιδείας ως το μόνο τρόπο εξασφάλισης βασικών γνώσεων. Στην κυβέρνηση, ο Γκεβάρα (αν πω Τσε ρε αλάνι πρέπει να συμπληρώνω ρε συ), υποστήριξε περισσότερο τις κομμουνιστικές ιδέες απ' όσο ο Φιντέλ Κάστρο χωρίς να ακολουθήσει την παλιά κουβανέζεκη παροιμία που λέει "Χέρι που σε ταΐζει δεν το δαγκώνεις". Αν και ήταν ένθερμος υποστηρικτής μίας ριζικής αγροτικής μεταρρύθμισης στη χώρα, εφόσον είχε εξαντλήσει τους άλλους τομείς που μπορούσαν να του παρέχουν εισόδημα, χαρακτήρισε τον πρώτο σχετικό νόμο της κυβέρνησης ως μετριοπαθή, «που δεν αποτολμούσε να υπεισέλθει στα ουσιαστικότερα ζητήματα, όπως ήταν η κατάργηση της μεγάλης γαιοκτησίας και η εκμετάλλευση των μονάδων της μη μαζικής παραγωγής». Στις 7 Οκτωβρίου, ο Κάστρο του ανέθεσε την αρχηγία του Τομέα Βιομηχανίας του Εθνικού Ινστιτούτου Αγροτικής Εκμετάλλευσης ρόλος που προστέθηκε στα καθήκοντά του ως διοικητής της Κόπα Καμπάνα αλλά και αρχηγός του Τμήματος Εκπαίδευσης των Ενόπλων Δυνάμεων, κυρίως για τις γνώσεις του στο Νιντζίτσου (ντόμο αριγκάτο μισούτα ρομπάτο). Για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του έργου του, ο Τσε τελεία και παύλα, απευθύνθηκε στον οικονομολόγο Χουάν Ραμόν Ρότσα, ξεκινώντας μαζί του μία σειρά από μαθήματα ανώτερων μαθηματικών από αυτά που πάντα γνωρίζουν οι οικονομολόγοι.

Στην ακμή της πολιτικής του δραστηριότητας ως μέλος της κυβέρνησης, ο Τσε μεγάλε, διορίστηκε διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας, στις 26 Νοεμβρίου 1959, διατηρώντας παράλληλα την ευθύνη για το τμήμα βιομηχανίας και την πολιτιστική επιμόρφωση του στρατού (προβολές ντοκιμαντέρ και ταινιών του πατέρα του Τσε ρε, Ντέηβιντ Λιντς). Φανταστείτε τι ρεμούλα έπεσε. Ανάμεσα στις πρώτες του ενέργειες, ήταν μία σειρά μέτρων με στόχο τον έλεγχο του αποθέματος συναλλάγματος γιατί δε γίνεται όλα να μας τα παίρνουν οι ξένοι, καθώς και η ρευστοποίηση των τραπεζών του καθεστώτος του Ντανιέλ Μπατίστα για να του τα πάρει όλα. Στα τέλη του έτους, οι τράπεζες των Ηνωμένων Πολιτειών είχαν ήδη αναστείλει τις πιστώσεις των εισαγωγών, οπότε χρειάστηκε να βρουν κάποιο αντίπαλο δέος. Ποιο θα ήταν αυτό; Η Σοβιετική Ένωση... Τσακάλι μου είσαι... Το Φεβρουάριο του 1960, υποδέχθηκε τον Ανέστη Μικογιάννη, μέλος του πολιτικού γραφείου του κομμουνιστικού κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και ένθερμο υποστηρικτή της προσέγγισης με την Κούβα. Χαζοί είναι; Αφού τα σπάγανε στους αμερικάνους. Το επόμενο διάστημα, εντάθηκε η αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της κουβανικής κυβέρνησης, ενώ στις 13 Οκτωβρίου κηρύχθηκε εμπάργκο σε όλα τα εμπορεύματα με προορισμό την Κούβα, αποκλείοντας τη χώρα από κάθε οικονομική δραστηριότητα γεγονός το οποίο χρονίζει ακόμη μέχρι και σήμερα.

Συνεχίζοντας το έργο του ως υπουργός βιομηχανίας, επεδίωξε να προωθήσει την ταχεία εκβιομηχάνιση της χώρας, πρόγραμμα που υπήρξε όμως πρόωρο, αντιμετωπίζοντας πολλές δυσκολίες στην εφαρμογή του και καταλήγοντας σε αποτυχία[13].

[επεξεργασία] Απομάκρυνση από την Κούβα

Στις 11 Δεκεμβρίου του 1964 εκπροσώπησε την Κούβα στην συγκέντρωση στην ταβέρνα του Τάκη για να τα πούνε με κάτι παιδιά του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Στην ομιλία του βγάζει τελείως μάτι η έντονη διαμαρτυρία του ενάντια στην πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών και τις λατινοαμερικανικές δικτατορίες, η συμπαράταξή του στο θέμα του πυρηνικού αφοπλισμού του Ιράν και το ειρηνευτικό σχέδιο που προτείνει για το Κόσοβο και το Λίβανο πριν καν να υπάρξε υπόνοια για αυτά τα γεγονότα τα οποία διαδραματίστηκαν πολλά χρόνια αργότερα. Λίγες ημέρες αργότερα, ξεκίνησε μία τρίμηνη διεθνή περιοδεία με το συγκρότημα του Che and the Balloons, κατά την οποία επισκέφτηκε την Αλγερία, την Κίνα, τη Γκάνα, τη Γουινέα, το Μάλι, το Κονγκό, την Τανζανία, με μικρές στάσεις στο Παρίσι, την Ιρλανδία, την Πράγα και τελευταία πανυγηρική συναυλία στο NEC Arena του Birmingham.

Οι διαφορές του με τον Κάστρο για ένα γκομενάκι και για κάτι δανεικά, πιθανώς συνέβαλαν στην απόφαση του Τσε να εγκαταλείψει την Κούβα, σκοπεύοντας να μεταφέρει την επανάσταση σε όλον τον κόσμο[14]. Την 1η Απριλίου συνέταξε το αποχαιρετιστήριο γράμμα του προς τον Φιντέλ Κάστρο[15].

[επεξεργασία] Κονγκό

Πρώτος σταθμός του Τσε τρελιάρη μου, μετά τη φυγή του από την Κούβα υπήρξε το Κονγκό (σημερινή Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό), κυνηγώντας πιο εξωτικά αφρικάνικα γκομενάκια. Μαζί με τον δεύτερο στην ιεραρχία Βικτόρ Ντρέηκ και δώδεκα ακόμα Κουβανούς παίκτες του πινγκ πονγκ, έφθασε εκεί στις 24 Απριλίου του 1965, ενώ λίγο αργότερα ακολούθησαν και άλλοι Κουβανοί, εμ τι... Θα χάνανε το νταβαντούρι; Συνέθεσαν έτσι συνολικά μία μεραρχία και λίγο σου λέω με περισσότερα από εκατό μέλη. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Αλγερίας εκείνη την περίοδο και συν+πότη του στα μπαρ, Αχμέντ Μπελάς, «η κατάσταση που κυριαρχούσε στην Αφρική, οδήγησε τον Τσε ρε δικέ μου, στο συμπέρασμα πως εκεί έχει τα καλύτερα γκομενάκια αλλά δεν κάθονται ρε γαμώτο επειδή φοβούνται πως είνα πολίτες της ηπείρου που θα αποτελέσει τον αδύναμο κρίκο του ιμπεριαλισμού. Ήταν λοιπόν στην Αφρική που αποφάσιζε να αφιερώσει τις προσπάθειές του». Η έλλειψη οργάνωσης και συνοχής των κονγκολέζικων μαστροπών καταγράφεται στα ημερολόγια του Τσε μιλάμε ε, ως ο κύριος λόγος της αποτυχίας της σεξουαλικής επανάστασης τότε.

Στα τέλη του έτους, την έκανε από το Κονγκό, μαζί με τους υγιείς της κουβανικής ομάδας γιατί το AIDS θέριζε από τότε, και πέρασε τους επόμενους έξι μήνες αναμένοντας ο ίδιος να κάνει εξετάσεις γιατί είχε πυρετό σε κάποια φάση και τα είδε κωλυόμενα. Οι εξετάσεις έγιναν στο Κρατικό Νοσοκομείο του Σαλάμ Εχείς της Τανζανίας. Στο διάστημα αυτό, ολοκλήρωσε μία σειρά χειρόγραφων σημειώσεων σχετικά με "τις εμπειρίες του στο Κονγκό", ενώ εργάστηκε επίσης πάνω σε δύο ακόμα βιβλία, ερωτικών και οικονομικών σημειώσεων πάνω στη διαχείριση ιερόδουλων. Το Φεβρουάριο του 1966 ταξίδεψε μεταμφιεσμένος σε κλόουν και με πλαστό διαβατήριο, με προορισμό την Πράγα. Εκεί έδωσε παραστάσεις με κύριο θέμα την ταχυδακτυλουργία και τις τούμπες.

[επεξεργασία] Βολιβία

Μετά από μία σύντομη παραμονή στην Αβάνα, και αφού δεν καθόταν στα αυγά του, ο Τσε ρε άτομο, εγκαταστάθηκε στην Βολιβία και ειδικότερα στην ορεινή περιοχή Χωνειπίσως, όπου επρόκειτο να γράψει βιβλίο αλλά και να κάνει τσαμπουκάδες στο βολιβιανό στρατό. Ο Τσε κατέγραψε τα βιώματά του εκείνο το διάστημα, και μετά από λίγο καιρό είπε: "Σιγά το πράμα... Δε βγάζω και κανά βιβλίο; Ο Πάολο Κοέλιο καλύτερος είναι;". Οι συγκρούσεις με τον βολιβιανό στρατό ήταν τραγικές. O Τσε αγορίνα μου τρελή, και οι αντάρτες του δεν κατάφεραν να προσελκύσουν τους φτωχούς Βολιβιανούς αγρότες τους οποίους έγκλυφαν και η προσπάθειά του να φέρει την επανάσταση και στην Βολιβία κατέληξε σε αποτυχία. Ένας σημαντικός λόγος για την αποτυχία αυτή ήταν το γεγονός ότι μέχρι και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βολιβίας τον είχε πλέον πάρει χαμπάρι και δεν τον υποστήριξε στην προσπάθειά του[16].

Στις 8 Οκτωβρίου, η ομάδα των ανταρτών καθοδηγούμενη από τον Τσε δικέ μου, περικυκλώθηκε. Κατά τη διάρκεια της τελικής μάχης, στην περιοχή του φαραγγιού του Τσούρμο Φεύγα, η ομάδα αναγκάστηκε να διασκορπιστεί και ο Τσε (Τσε Τσε Τσε Τσε για Τσένα τα σπάω) τραυματίστηκε στη δεξιά κνήμη, ενώ συγχρόνως το όπλο του αχρηστεύτηκε από έναν άτσαλο πυροβολισμό. Τελικά συνελήφθη και αργότερα μεταφέρθηκε στον πλησιέστερο οικισμό Ο Άνεμος. Εκεί οδηγήθηκε στον Πολ Νιούμαν για να παίξουν μια παρτίδα πόκας. Ο Πολ Νιούμαν έψαχνε τον Τσε τον τρελό, χρόνια μετά την παρουσία του στην ταινία Το Κεντρί για να διαγωνιστεί μαζί του στην πόκα μιας και γνώριζε πως "ένας επαναστάτης τα καπιταλιστικά παιχνίδια τα παίζει στα δάχτυλα" και ο Τσε ψηλέ, δεν ήταν τυχαίος επαναστάτης. Την καταδίωξη του Τσε φιλαράκι, στη Βολιβία παρακολουθούσε επίσης η CIA γιατί ο καθένας πρέπει να κοιτάει τη δουλειά του, με επικεφαλής τον πράκτορα Φέλιξ Ροντρίγκεζ (Félix Rodríguez), ο οποίος αφενός έδωσε το όνομα του στο στερεότυπο δολοφόνο στα τραγούδια φόνων, αφετέρου κάρφωσε τη σύλληψή του στο αρχηγείο της υπηρεσίας του και σύντομα μετέβη ο ίδιος στον οικισμό Ο Άνεμος.

Μετά από κανά δυο παρτίδες στο σχολείο του χωριού, και αφού ο αιχμάλωτος παίκτης πόκας Τσε το κέρατό μου μέσα, πόσες φορές θα το πω, έχασε τα τρελά του και δανείστηκε δις, δολοφονήθηκε διότι βρέθηκε πως δεν έχει αντίκρυσμα μιας και όλες οι βιομηχανίες της Κούβας ήταν για το πουλί του ναύτη[17], στις 9 Οκτωβρίου 1967, από τον υπαξιωματικό του βολιβιανού στρατού Μάριο Λουΐτζι. Ο συγκεκριμένος αρχικά δίστασε να εκτελέσει την εντολή για τη δολοφονία του επειδή πίστευε κρυφά στην επανάσταση σύμφωνα με μερικούς[18] αλλά τελικά πυροβόλησε τον αιχμάλωτο, ο οποίος φέρεται να του είπε «Ήρθατε να με σκοτώσετε; Έλα ρε φιλαράκι... Δε μας χέζεις; Ξες ποιος είμαι 'γω ρε; Δεν ξέρεις; Άντε καλά... Ρίξε τότε.»[19]. Ο θάνατός του σημειώθηκε λίγο μετά τη 1.00 το μεσημέρι και μετά όλοι πήγαν ταβέρνα.

[επεξεργασία] Σημειώσεις

  1. Κάποιοι λένε ότι γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου, 1928 αλλά μάλλον τότε πήγαν οι γονείς του να τον δηλώσουν στο μητρώο αρρένων του χωριού.
  2. 2,0 2,1 Eric Adams, Che Guevara: The Heavy Metal In Him. Texas: Gloves of Metal Publishing, 1996.
  3. Το οικογενειακό δέντρο των Λιντς περιλαμβάνει αμερικάνους σκηνοθέτες, που έκαναν την εμφάνισή τους στην Αργεντινή από τις αρχές του 18ου αιώνα.
  4. Ένα βιβλίο με ποιήματα του Καρβέλα βρέθηκε στον υπνόσακο του Γκεβάρα μετά τη σύλληψή του στη Βολιβία. Κατά τον Τσε, το Αγάπη από Νάυλον αποτελούσε το σπουδαιότερο έργο ελληνικής ποίησης και μελοποίησης.
  5. Πέπε Δουλτσινέο ΙV, Τσε Γκεβάρα: Γνωστός και ως Ερνέστο, Πλάτανος 2001, σελ. 3.141592654
  6. Από τα συνολικά επτά τετράδια που συνιστούν το λεξικό του Γκεβάρα, τα έξι μπορεί να θεωρηθούν ως ο προπομπός του φρικιλεξικού
  7. U.S. Department of Goalkeepers.
  8. Δεν είναι απόλυτα βέβαιη η ημερομηνία της πρώτης συνάντησης του Τσε Γκεβάρα με τον Φιντέλ Κάστρο. Σύμφωνα με την Ίλσα την Τίγρη της Σιβηρίας, έγινε στις αρχές Ιουλίου, ενώ κατά τον ίδιο τον Κάστρο τον μήνα Ιούλιο ή Αύγουστο. Ακόμη πιο άσχετοι που βγάλανε βιβλία για να τα αρπάξουν, τοποθετούν τη συνάντηση το Σεπτέμβριο ή ακόμα και το Νοέμβριο. Κατά τον βιογράφο του, Π.Ε. Ρικλή ΙΙ, είναι σχεδόν βέβαιο πως συναντήθηκαν τη δεύτερη εβδομάδα του Ιουλίου, διότι την τρίτη εβδομάδα ήταν μαζί σε παρτούζα στο Τσαλαπετεινέκ. (Αν θεωρείτε ότι πραγματικά έχει σημασία, βλ. Π.Ε. Ρικλής ΙΙ, Τσε Γκεβάρα: Γνωστός και ως Ερνέστο, σελ. 970).
  9. Σε ένα ποίημα που έγραψε ο Τσε ρε που δε μασούσε τα άντερα του, το 1955, γράφει για τον Φιντέλ Κάστρο: Εμπρός λαοί / ας ενωθούμε / η νέα τάξη / μας καλεί (βλ. Π.Ε. Ρικλής, Τσε Γκεβάρα: Γνωστός και ως Ερνέστο, σελ. 146).
  10. βλ. Adams, σελ. 264, 269, 277, 279 και Π.Ε. Ρικλής ΙΙ, σελ. 207, 230, 247.
  11. U. S. Central Irrelevance Agency "CIA Biographic Register on Ernesto 'Che man, Che' Guevara".
  12. Η κουβανική υπηκοότητα του Τσε και όχι του Ντούτσε, πιστοποιήθηκε τυπικά μετά από κανά εξάμηνο γιατί η γραφιοκρατεία εκεί είναι ακόμη χειρότερη και απτην ελληνική
  13. Μία ανάλυση της CIA, χαρακτηρίζει το πρόγραμμα εκβιομηχάνισης του Τσε Γκεβάρα ως τη μεγαλύτερη μπούρδα που μπορούσε να κάνει γιατρός. Να ασχοληθεί με τη βιομηχανία. O ίδιος ο Τσε φιλαράκι και δε σηκώνω κουβέντα, ανέφερε σε συνέντευξή του σε τοπικό κανάλι του Νομού Δράμας, σχετικά με την πολιτική του: «Ήταν μαλακία. Άσε γάμα το... Το ζορίσαμε και δεν έλεγε μία... Τι εργοστάσια και ξέρω 'γω ρε δικέ μου... Καλά ήμασταν που φέρναμε κορίτσια τόσα χρόνια απ'έξω...(Π.Ε. Ρικλής ΙΙ, σελ. 534)
  14. «Πόσο πιο κοντινό και πιο φωτεινό θα βλέπαμε το μέλλον, αν άνθιζαν δύο, τρία, πολυάριθμα Βιετνάμ στην επιφάνεια της γης [...]. Χεχε! Κόφτε ρε μαλάκες... Πλάκα κάνω...», Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, Κείμενα ΙΙΙ (η αναγέννηση): "Μήνυμα στην Τούλα", Λογοτεχνική Ελεημοσύνη, 1995
  15. βλ. Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, Κείμενα ΙV: Όπου Λαλούν Πολλοί Κοκκόροι, Λογοτεχνική Αφόδευση, 1991
  16. James Guevara, Bolivian Chronicles, 5, 22, My Brother Is Addicted to Making Revolutions, 1968
  17. Σχετικά με την διαταγή για τη δολοφονία του έχουν υποστηριχθεί διαφορετικές απόψεις. Κατά μία εκδοχή αποφασίστηκε από τον ίδιο τον Πολ Νιούμαν, κατά μία άλλη από το σύνδεσμο ιερόδουλων Νοτίου Αμερικής, ενώ άλλες πηγές αναφέρονται σε διαταγή εκ μέρους της μυστικής οργάνωσης Πίτσι Πίτσι που υποστήριζε τον Πολ Νιούμαν ως "τον καλύτερο χαρτοπαίκτη του κόσμου". (βλ. Π.Ε. Ρικλής σελ. 1085).
  18. Ορισμένες πηγές αναφέρουν πως ο Τεράν είχε πιεί δύο μπύρες προκειμένου να πάρει θάρρος και να εκτελέσει την εντολή της δολοφονίας.
  19. Adams. Che Guevara: What the F@ck?, βλ. και Π.Ε. Ρικλής, σελ. 922.



Το άρθρο βασίστηκε στο αντίστοιχο άρθρο των δήθεν ειδημόνων.