Γκρόιτς

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γερλληνική γλώσσα (Greutsch)
Ομιλείται σε: Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία, Βέλγιο.
Συνολικοί ομιλητές: 500.003 (Απρίλιος 2006)
Κατάταξη: Δεν συγκαταλέγεται στις πρώτες 100. (Απρίλιος 2006)
Γενετική
ταξινόμηση:
Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες

 Ελληνική και γερμανική γλώσσα
    Γερλληνική

Επίσημη κατάσταση
Επίσημη γλώσσα: Κάτι χωριά στα νότια των Βαλκανίων ο πληθυσμός των οποίων εμφανίζεται μονάχα το καλοκαίρι
Ρυθμίζεται από: Όλους τους Έλληνες γερμανόφωνων χωρών

“Φροϊλάιν, σπρέχεν ζι γκρόιτς;”

- Ο Κώστας Γκουσγκούνης στην παρτενέρ του

Η Γερλληνική γλώσσα, κοινώς γνωστή ως ή και γκρόιτς (γερμ. greutsch) είναι ένα παράξενο γλωσσολογικό φαινόμενο με πολύ καλαμπούρι (ειδικά για όσους την "κατέχουν") και ανήκει στην ομάδα των άνω κάτω γλωσσών όπως επίσης και τα αλλά μπουρνέ κινεζικά. Στην ουσία πρόκειται για ένα χαμηλοτάτου επιπέδου μίγμα της ελληνικής και της γερμανικής γλώσσας το οποίο εξέλιξαν έλληνες μετανάστες του γερμανόφωνου εξωτερικού. Η γκρόιτς είναι η μητρική γλώσσα περίπου 200.000 ελλήνων μεταναστών της δεύτερης και τρίτης γενιάς. Τραγικώς η γλώσσα αυτή δεν τους βοηθά να συνεννοηθούν ούτε στην Ελλάδα αλλά ούτε στην Γερμανία. Για τον λόγο αυτό περιορίζονται στις ελληνικές καφετέριες, όπου κάνουν παρέα τους ομοίους τους ακούγοντας ελληνική ποπ μουσική.

Παραδείγματα

Ελληνόμορφες γερμανικές λέξεις

Ακολουθεί ένας κατάλογος ελληνόμορφων λέξεων της γκρόιτς. Λέξεις δηλαδή που μόνον επειδή χρησιμοποιούνται από Έλληνες έγιναν όμορφες. Αξίζει να σημειωθεί ότι εναλλακτική λέξη για το γκρόιτς είναι το βλαχοντόιτς που χρησιμοποιείται κυρίως από έλληνες που ζηλεύουν το μεγαλείο των συγχωριανών τους.

Γκρόιτς Ελλ. μετάφραση Γερμ. προέλευση Παράδειγμα
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ
αμέλντουν (το) εγγραφή στο μητρώο του δήμου Anmeldung Πήγα στην μπουργκεράν για το αμέλντουν κι έπεσα σε μια πολύ σπαστικιά φράου
αούτο (το) αυτοκίνητο, αμάξ' Auto Αλκιβιάδη, πετάξου με το αούτο στο μπακάλη να πάρεις φασολάκια .
* Να μη συγχέεται με το λαούτο
βίξας (ο) μαλάκας Wichser Παλιοβίξα, μ' έστειλες!
βιξιά (η) μαλακία βγαίνει από το
προηγούμενο
-Βίξα Αναστάσιε, κόψ' τις βιξιές μη σε χέσω!
-Γιαβόλ γιαγιά!
βοστ, σπανιότερα βουρστ (το) λουκάνικο Wurst Μη στενοχωριέσαι Λυκάονα. Φάε τώρα το βοστάκι σου.
φέσπα (η) γερμανικό σάντουιτς Feschper -Μάνα, κάνε με μια φέσπα με βοστ.
-Τώρα παιδί μου, να τελειώσει το πλυντήριο!
Να μη συγχέεται με τη βέσπα
μπροτσάι (το) βαυαρέζικη έκδοση του φέσπα Brotzeit -Να σου κάνω μπροτσάι να πάρεις μαζί σου;
-Άσε δεν προλαβάινω, σε πέντε λεπτά φεύγει το Ούμπαν
ούμπαν (το) Μετρό U-Bahn -Πότε έρχεται το επόμενο ούμπαν;
-Δεν ξέρω, ούτε με νιάζει. Σήμερα εχω φράι και δεν βιάζομαι!
κάσα (η) ταμείο Kasse -Πωπω, κοίτα ουρά που έχει η κάσα!
τιφ ράινλαντ (το) ρήμα TÜV Rheinland -Κλείστε μου τώρα αυτά τα τιφ ράινλαντ!
-Εντάξει κυρία.
κέλα (η) υπόγειο Keller -Τι, δεν έχει άλλα βοστ στην κέλα;
-Σαφώς!
κραγκεσάι (το) πιστοποιητικό ασθενείας Krankenschein -Πήρα κραγκεσάι επειδή αυτή η γυναίκα μου μαγείρεψε και έφαγα αυτά τα αρχαία βοστ που είχαμε στην κέλα.
αρμπαϊτσάν (η) Ταμείο ανεργίας Arbeitsamt -Πρέπει να πάω στην αρμπαϊτσάν να τους δώσω το κραγκεσάι μου.
μπεζούχ (το) επισκέπτης/ες, επίσκεψη Besuch -Σήμερα θα έχουμε μπεζούχ.
-Ωχ μωρε γυναίκα, πως δεν βαριέσαι και συ!
μπλίνκα (η) φλας Blinker -Κλείσε την μπλίνκα, ρε βίξα.
μπράτβοστ ή πράτβοστ (το) ψητό λουκάνικο Bratwurst -Στην ουσία το μπράτβοστ δεν είναι παρά ένα βοστ μέσα σε μπροτάκι.
-Σώπα, ρε βίξα!
χερτσλίχεν γκλύκβουνς (το) συγχαρητήρια herzlichen Glückwunsch -Για πες, σε ποια χώρα ζεις;
-Νέντερλαντ!
-Έτσι μπράβο, χερτσλίχεν γκλύκβουνς! Και εγώ ζω στην Νέντερλαντ!
μπροτάκι (το) ψωμάκι Brot -Γιατί ρε μαμά λέμε μπροτάκι αφού δε λέμε μπροτ;
-Σκάσε και τρώγε, ζώον! Και μη με ξαναπείς μαμά!
σερβιέτα (η) χαρτοπετσέτα Serviette -Ο βίξας δεν μου έδωσε σερβιέτα με το μπράτβοστ.
-Α τον βίξα!
ταμπλέτο (το) δίσκος Tablett -Δεν είχαν άλλα ταμπλέτα στα Goody's οι βίξηδες!
-Goody's; Μα τί είναι αυτό;
τιφ (το) Κ.Τ.Ε.Ο. TÜV -Ρε βίξα, αύριο πάω τιφ!
-Ε, χαλάρωνε ρε!
χέσεν (το) Έσση (γερμανικό κρατίδιο) Hessen -Για λέγε ρε Αγησίλαε, πού ζεις στην Γερμανία;
-Χέσεν!
-Άει στο διάολο ρε βλάκα λαζογερμανέ! Φταίω εγώ που κάθομαι και ασχολούμαι μαζί σου, κωλόπαιδο!
βάσα (η) νερό Wasser -ρε βίξα πιάσε μια βάσα
-περίμενε να φάω το βοστ μου
φράου (η) κυράτσα Frau μμ, είχε και στο χωριό της γούνα η φράου
σταμάτα να τρως το βοστ μες στο ούμπαν ρε βίξα, θα κάνει παρατήρηση η φράου
ΡΗΜΑΤΑ
Αϊνστάιν μπείτε (προστ.) μπες μέσα ρε έξυπνε (λέγεται όταν ανοίγουν οι πόρτες του ούμπαν) eisteigen bitte Ε, είπε «Αϊνστάιν μπείτε», εσύ βλάκας είσαι και στέκεσαι μπροστά στην πόρτα;
κατουρλάρω συγχαίρω gratulieren -Μην ξεχάσεις να κατουρλάρεις τον CeeKay.
-Άσε μας ρε μάνα!
εντσούλιγκω ζητώ συγνώμη entschuldigen -Εντσούλιγκω, πως θα πάω στην αρμπαιτσάν;
-Αρμπαιτσάν στο Χέσεν; Κάηκες καημένε...
πουτσάρω καθαρίζω putzen Καλά, ρε γυναίκα! Ρίξε και κάνα πουτσάρισμα στην κουζίνα! Πολύ κώλος έχει γίνει!
-Δεν πουτσάρεις καλύτερα τα δόντια σου; Κλάνω για να μην μυρίζω την ανάσα σου!
σπρεχάρω μιλώ, συζητώ sprechen -Σπρεχάραμε το θέμα αναλυτικά και εποικοδομητικά.
ΑΠΟΡΡΗΜΑΤΑ
φράι ρεπό frei Αύριο, φίλτατε Παρμενίων, έχω φράι. Δεν παίρνεις και εσύ κανένα κραγκεσάι να πάμε μπεζούχ στον Τάκη;
κλάιν μάιν ή
κλάιν μάιν πουτς[1]
μικρό δικό μου (την έχω μικρή) klein mein -Κλάιν μάιν.
-Λυπάμαι ειλικρινά.
σνέλα πιο γρήγορα schneller Λίγο σνέλα Κλεομένη, θα κρυώσει το βοστ
γεννάου ανατολικογερμανικό ακριβώς genau -Κυρία μ', θα σας τα τηλίξου σνέλα γιατί μ' φαίνετη ότι βιάζεστη
-Γεννάου!

Πηγή: Ιαματική

Greutsch Bundesdienstflagge.PNG

Η απαίσια σημαία των Γκροϊτσιστών

Εκφράσεις

  • α ρε βιγκέτς, ρε; = τί λέει; < γερμ. Wie geht's?
  • καλά αυγά - καλό πάσχα

Σημειώσεις

  1. Σύμφωνα με εναλλακτική ανάλυση περί της προελεύσεως του όρου, αυτός προέρχεται από την αγγλική έκφραση clean my boots. Την έκφραση αυτή χρησιμοποιούσαν Άγγλοι αξιωματικοί κατά την περίοδο της απελευθέρωσης των Αθηνών από τους Ναζί και την οικειοποιήθηκαν σύντομα νεαροί λούστροι στην προσπάθειά τους να τραβήξουν πελατεία. Στην πράξη όμως, οι νεαροί ήτο αμαθείς περί της αγγλικής γλώσσης και τελικώς αναπαρήγαγαν εσφαλμένα τον όρο ως κλαιν μαιν πουτς, που για τους ίδιους εσήμαινε "κλάσε μου τον *ούτσο". Οι Βρεττανοί από την πλευρά τους απολάμβαναν την αδυναμία των νεαρών λούστρων να προφέρουν την έκφραση σωστά και από την άλλη οι λούστροι διασκέδαζαν να περιγελούν τους αξιωματικούς την ώρα που γυάλιζαν τις μπότες τους.
14px star.png