Αγλέουρας

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

“...Κι αν τα όνειρα που 'χα για σένα τ'αφήσεις μετέωρα, ε τότε να ξέρεις θα φάω τον Αγλέουρα...”

- Λαϊκό άσμα για τον Αγλέουρα


Ατυχής νέος που τον έφαγαν οι κακές παρέες, τον έφαγαν τα χρέη, τον έφαγε το μαράζι και από τότε τον τρώνε συνεχώς οι απανταχού δούλοι της λαιμαργίας.

Fatpn5.th

Κυρία που έχει φάει τον Αγλέουρα

[επεξεργασία] Η ζωή του

Ο Αγλέουρας ή Αγλέωρας (φιλολογικό ψευδώνυμο του Άδωνι Ζαμπονοτυροπιτάκη) ήταν ένας πολύ όμορφος νέος, προικισμένος με πολλά -καλλιτεχνικά κυρίως- ταλέντα (κάτι σαν τον συμπατριώτη του Κώστα Μαρτάκη, χωρίς τον Ψινάκη) που μεσουράνησε στην Κρήτη του 17ου αιώνα.

[επεξεργασία] Τα πρώτα χρόνια

Η πρώτη του ποιητική συλλογή "Η ουσία είναι μία και ο μπακλαβάς γωνία" έγινε ανάρπαστη αλλά έμελλε να είναι και η τελευταία του, αφού τον έφαγαν τα κυκλώματα. Μετά από αυτό ο Αγλέουρας απογοητεύτηκε οικτρά και άρχισε να πίνει, να καπνίζει και να ξενυχτάει και γενικώς τον είχε φάει η άσωτη ζωή. Επειδή όμως ήταν φιλότιμο παιδί και τον έτρωγαν οι τύψεις για το ότι όλη τη μέρα καθόταν άπραγος και έξυνε πράγματα που δεν τον έτρωγαν, αποφάσισε να κανει στροφή στην καριέρα του και να σταματήσει να τρώγεται με τα ρούχα του.

[επεξεργασία] Η καριέρα στην ζαχαροπλαστική

Άνοιξε λοιπόν ένα ζαχαροπλαστείο στα Σφατσά ("Η παθιασμένη Μπουγάτσα") και πήρε ξανά τα πάνω του αφού αποδείχθηκε ικανότατος ζαχαροπλάστης αλλά και πολύ δημοφιλής στις κυρίες του τόπου, οι οποίες τον έτρωγαν με τα μάτια τους. Η ευτυχισμένη αυτή περίοδος όμως δεν κράτησε πολύ, αφού τον έφαγε ο έρωτας για τα λάγνα μάτια της Αρετούσας, η οποία όχι μόνο δεν συγκινείτο από τις συνεχείς ερωτικές του εξομολογήσεις αλλά ούτε που γύρναγε να τον κοιτάξει.

Έτσι, ο Αγλέουρας, για να εντυπωσιάσει την καλή του και να της δείξει πόσο ερωτευμένος ήταν, αποφάσισε να κατασκευάσει μια γιγαντιαία τούρτα-καρδούλα και να της την προσφέρει μπροστά σε όλο το χωριό την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Αφού αγόρασε τα καλύτερα και ακριβότερα υλικά, ξεκίνησε την κατασκευή της τούρτας, που ήταν πραγματικά πολύ δύσκολη. Μέρες ολόκληρες τον έτρωγε το ξενύχτι για να προλάβει να τελειώσει. Όταν ήταν όλα έτοιμα, και λίγο πριν βάλει το γιγάντιο κατασκεύασμά του στο φούρνο, ο Αγλέουρας ανέβηκε σε μια σκάλα για να το επιθεωρήσει. Εκεί πάνω, κάτι η κούραση, κάτι η θολούρα του έρωτα (πολύ θέλει ο άνθρωπος;) χάνει την ισορροπία του και πέφτει μέσα στο γλυκό, το οποίο ήδη κυλούσε πάνω σε μια τεράστια ράμπα που θα το έριχνε στο φούρνο. Έτσι ο άτυχος νεαρός Αγλέουρας ψήθηκε μαζί με το γλυκό.

[επεξεργασία] Η μετά θάνατον πορεία

Όταν οι χωριανοί του ανακάλυψαν ότι έλειπε ανησύχησαν λίγο στην αρχή, αλλά μετά που βρήκαν το τεράστιο γλυκό, ξέχασαν την ανησυχία τους και έπεσαν με τα μούτρα να το φάνε γιατί όντως ήταν πεντανόστιμο. Μετά από ώρες, κι ενω ήδη οι περισσότεροι είχαν σκάσει στο φαΐ και βόγκαγαν από τη δυσπεψία, ο Σήφης ο Χοντρομπαλονάκης, που η λαιμαργία του δεν τον αφηνε να σταματήσει, έβγαλε μια κραυγή πόνου. Είχε δαγκώσει κάτι σκληρό που του έσπασε τον ένα κυνόδοντα. Μόλις το έβγαλε από το στόμα του για να το εξετάσει, όλοι αναγνώρισαν το δαχτυλίδι που δεν αποχωριζόταν ποτέ ο άτυχος νέος. Τότε, καταλαβαίνοντας την τραγωδία που είχε συντελεστεί, ο Σήφης ο Χοντρομπαλονάκης αναφώνησε: "Σύντεκνοι, φάγαμε τον Αγλέουρα!". Θρήνος και σπαραγμός έπεσε στο χωριό, αλλά όλοι ανάμεσα στους λυγμούς τους αναγνώρισαν ότι ο Αγλέουρας παραήταν νόστιμος και δεν έπρεπε να πάει χαμένος.

[επεξεργασία] Πολιτιστική κληρονομιά

Έτσι, φύλαξαν τα απομεινάρια του γλυκού, τα οποία χρησιμοποιούνται μέχρι και σήμερα σε διάφορες μυστικές συνταγές (τις οποίες κρατάει καλά φυλαγμένες η μυστική οργάνωση Γενναίοι ΑΡχιμάγειρες για τη Διαφύλαξη των Ολοκληρωμένων Υλικών του ΜΠΑκλαβά), που κάνουν τα φαγητά νοστιμότατα αλλά δύσπεπτα και πολύ παχυντικά. Γι αυτό, όταν καποιος κοντεύει να σκάσει από το πολύ φαΐ εικάζουμε ότι έχει φάει κι αυτός τον Αγλέουρα.